jump to navigation

Το Άγιο Όρος και οι διαφορετικές παρουσιάσεις του Οκτώβριος 25, 2009

Posted by expaganus in προπαγάνδα, σκάνδαλα, Άγιο Όρος, Ορθοδοξία, μοναχισμός.
Tags: , , , , , ,
trackback

Στη σελίδα http://theamapati.wordpress.com/2009/10/20/agionoros/ και υπό τον τίτλο «Ποιός, θὰ τὰ ἐξηγήση αὐτά;» βρήκα ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Ζαχαρία Παπαντωνίου Άγιον Όρος [πρώτη έκδοση 1934] [Πηγή] στο οποίο περιγράφει εντυπώσεις του από τις δυο επισκέψεις του στο βουνό με τα Ορθόδοξα μοναστήρια. Για παράδειγμα, περιγράφει έναν μοναχό ο οποίος

«Εἶχε κάμει στρατιώτης στοὺς τελευταίους πολέμους, ὑπηρέτησε πέντε χρόνια στὸ Λονδΐνο σ’ ἕνα διπλωμάτη, κι ὕστερα ἦρθε στὸ Βατοπέδι, ντύθηκε τὸ ράσο κι ἔγινε κωδωνοκρούστης. Τὴ δεύτερη φορὰ ποὺ ξαναπῆγα στὸ Ὄρος, δὲν τὸν ξαναβρῆκα. Εἶχε αὐτοκτονήσει. Ποιός, θὰ τὰ ἐξηγήση αὐτά;»

Σίγουρα, μόνον ο Θεός μπορεί να τα εξηγήσει αυτά μια και αυτός μόνος βλέπει τι γίνεται μέσα στην ψυχή του κάθε ανθρώπου και γνωρίζει καλά τους πειρασμούς που περνούν οι συνάνθρωποί μας, πειρασμούς για τους οποίους εμείς συχνά δεν έχουμε ιδέα. Αυτό που μου έκανε όμως μεγαλύτερη εντύπωση στο κείμενο του Παπαντωνίου είναι το ότι παρουσιάζει την υποκειμενικότατη ματιά του ως αντικειμενική πραγματικότητα:

«Ἐνῷ οἱ καλόγεροι διαβάζουν καὶ ψέλνουν, ὁ μετέωρος Παντοκράτορας, ἀπὸ τὸ ὕψος ὅπου τὸν ἀνέβασαν οἱ ἀρχιτέκτονες τῶν πεταχτῶν τρούλλων, ἀγρυπνεῖ σὲ ὅλην αὐτὴ τὴν τυπικότητα, ἀκούει, βλέπει, καὶ εἶναι αὐστηρὸς γιὰ κάθε παράλειψη, γιὰ κάθε μετάνοια ποὺ δὲν ἦταν τόσο βαθειὥστε νὰ πονέσουν τὰ κόκκαλα τῶν γονάτων!»

«Είναι» και όχι «σαν να είναι» ή «μου φαίνεται πως είναι» «αυστηρός για κάθε μετάνοια που δεν είναι τόσο βαθιά ο Παντοκράτορας». Ποιός θὰ το ἐξηγήση από πού το έβγαλε αυτό ο συγγραφέας, αν όχι από την κούτρα του; Να του το είπε κάποιος μοναχός, θα το έγραφε. Να του το έλεγε ο Παντοκράτορας ο ίδιος, θα το διατυμπάνιζε! Κάτι τέτοιες περιγραφές είναι που με κάνουν να εκτιμώ την ποίηση χαϊκού του Ματσούο Μπασό, που δεν αποδίδει στα περιγραφόμενα τις εντυπώσεις του ίδιου του δημιουργού ως απόλυτη και αναμφισβήτητη αλήθεια: «Παλιά λιμνούλα. Ένας βάτραχος βουτά. Ήχος του νερού.» Όχι, «ο βάτραχος πηδά έχοντας στο μυαλό του να χάψει μύγες» ή «να δει πόσο αρχαία ή πόσο βαθιά είναι η λίμνη» κ.ο.κ.

Στην ίδια δημοσίευση βρήκα και μια παρουσίαση του βιβλίου του Θέμου Κορνάρου «Άγιον Όρος – Οι Άγιοι Χωρίς Μάσκα», το οποίο κατασχέθηκε από την Εισαγγελία το 1933 που κυκλοφόρησε. Είναι θα έλεγα, ακριβώς το αντίθετο από το βιβλίο του γέροντα Παϊσίου «Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα». Σε αυτό το τελευταίο αναφέρονται γύρω στους 40  μοναχούς ονομαστικά, και γύρω στους 28 ανώνυμα. Αυτοί που αναφέρονται επώνυμα είναι αγιασμένες ψυχές, ενώ μερικοί από τους ανώνυμους είναι πλανημένοι και κακοί μοναχοί. Στο βιβλίο αυτό συναντάμε μορφές σαν τον πατέρα Τύχωνα:

«Είχε φθάσει σε μεγάλη κατάσταση πνευματική ο Γέροντας! Ή ψυχή του είχε γίνει πολύ ευαίσθητη, αλλά, για να βρίσκεται ο νους του συνέχεια στον Θεό, είχε φθάσει και σε αναισθησία σωματική, Αφού δεν αισθανόταν πια καμιά ενόχληση από τις μύγες, τα κουνούπια και τους ψύλλους, πού είχε χιλιάδες. Το κορμί του ήταν κατατρυπημένο και τα ρούχα του γεμάτα από κόκκινα στίγματα. Μου λέει ο λογισμός μου ότι και με τις σύριγγες να του τραβούσαν το αίμα του τα ζουζούνια, πάλι δεν θα το αισθανόταν. Μέσα στο κελλί του κυκλοφορούσαν όλα ελεύθερα, από ζουζούνια μέχρι ποντίκια.
Κάποτε του είπε ένας Μοναχός, επειδή έβλεπε τα ποντίκια να χοροπηδούν:
-Γέροντα, θέλεις να σου φέρω μια γάτα; Εκείνος απήντησε:
– Όχι, παιδί μου. Εγώ έχω μια γάτα, μιάμιση φορά μεγαλύτερη από την γάτα. Έρχεται εδώ, την ταΐζω, την χαϊδεύω, και μετά πηγαίνει στην καλύβα της κάτω στο λάκκο και ησυχάζει.
Ήταν μια αλεπού, ή οποία επισκεπτόταν τον Γέροντα τακτικά, σαν καλός γείτονας.
Είχε επίσης και μία αγριόχοιρο, πού γεννούσε κάθε χρόνο κοντά στο φράχτη του κήπου του, για να την προστατεύη ο Γέροντας. «Όταν έβλεπε κυνηγούς να περνούν από την περιοχή του, τους έλεγε ο Παπα – Τυχών:
– Παιδιά μου, εδώ δεν υπάρχουν μεγάλα γουρούνια.
Φύγετε.
Οι κυνηγοί νόμιζαν ότι δεν υπάρχουν αγριόχοιροι
στην περιοχή του και έφευγαν.
Ό άγιος Γέροντας σαν καλός πατέρας τους μεν ανθρώπους έτρεφε πνευματικά, τα δε μεγάλα άγρια ζώα τα τάιζε από την λίγη τροφή πού είχε και τα χόρταινε περισσότερο από την πολλή του αγάπη, και τα μικρά ζουζούνια τ’ αφήνε να θηλάζουν από το λίγο του αίμα.
Είχε γερή κράση ο Γέροντας, αλλά από την πολλή άσκηση είχε έξαντληθή. «Όταν τον ρωτούσε κανείς «τι κάνεις, Γέροντα, είσαι καλά», απαντούσε:
– Δόξα σοι ο Θεός, καλά είμαι, παιδί μου. Εγώ δεν είμαι άρρωστος, αλλά αδυναμία έχω.
Πολύ στενοχωριόταν, όταν έβλεπε καλοθρεμμένο νέο, και περισσότερο, όταν έβλεπε καλοθρεμμένο Καλόγηρο, επειδή δεν ταιριάζουν τα παχιά με το Αγγελικό Σχήμα.
Μια μέρα τον επισκέφτηκε ένας λαϊκός πολύ χονδρός και του λέει:
– Γέροντα, έχω πόλεμο σαρκικό με βρώμικους λογισμούς, πού δεν μ’ αφήνουν καθόλου να ησυχάσω.
Ό Παπα – Τυχών του είπε:
– Εάν, παιδί μου, εσύ θα κάνης υπακοή, με την Χάρη του Χριστού εγώ θα σε κάνω Άγγελο. Να λες, παιδί μου, συνέχεια την ευχή, το Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, και να περνάς όλες τις ήμερες με ψωμί και νερό, και το Σάββατο και την Κυριακή να τρως φαγητό με λίγο λάδι. Να κάνης και από εκατόν πενήντα μετάνοιες την νύκτα και να διαβάζης μετά την Παράκληση της Παναγίας και ένα κεφάλαιο από το Ευαγγέλιο και το Συναξάρι του Αγίου της ημέρας.
Μετά από έξι μήνες, πού τον ξαναεπισκέφτηκε, ο Γέροντας δεν μπόρεσε να τον γνωρίση, γιατί είχαν φύγει όλα τα περίσσια πάχια, και με ευκολία πια χωρούσε από την στενή πόρτα του Ναού του. Ό Γέροντας τον ρώτησε:
– Πώς περνάς τώρα, παιδί μου; Και εκείνος απήντησε:
– Τώρα νιώθω πραγματικά σαν Άγγελος, γιατί δεν έχω ούτε σαρκικές ενοχλήσεις ούτε και βρώμικους λογισμούς και αισθάνομαι πολύ ελαφρός, πού έφυγαν τα πάχη.
Με τέτοιες πρακτικές συμβουλές νουθετούσε τους ανθρώπους πού του ζητούσαν βοήθεια. Έκτος, φυσικά, από την μεγάλη πείρα πού είχε αποκτήσει, είχε λάβει και θείο φωτισμό από τους μεγάλους ασκητικούς του αγώνες. Μετά από τις νουθεσίες του επακολουθούσαν οι προσευχές του, πού τις αισθάνονταν οι επισκέπτες έντονα, όταν έφευγαν.
Το πετραχήλι σχεδόν ποτέ δεν το έβγαζε, γιατί πολλες φορές το σήκωνε από τον έναν άνθρωπο και το άπλωνε στον άλλον και έπαιρνε τις αμαρτίες από τους συνανθρώπους του και τους ξαλάφρωνε με το Μυστήριο της θείας Έξομολογήσεως. Τις εξομολογήσεις, πού του έκαναν οι άνθρωποι, τις ξεχνούσε αμέσως και έτσι έβλεπε όλους τους ανθρώπους πάντοτε καλούς και όλο καλούς λογισμούς είχε για όλους, γιατί είχε εξαγνισθή πια η καρδιά του και ο νους του.
Κάποτε τον είχε ρωτήσει ένας Ηγούμενος: -Γέροντα, ποιος αδελφός είναι πιο καθαρός μέσα στο Κοινόβιο;
Ό Παπα – Τυχών απήντησε:
– Άγιε Καθηγούμενε, όλοι οι αδελφοί είναι καθαροί. Ποτέ δεν πλήγωνε άνθρωπο, αλλά του θεράπευε τα τραύματα με το βάλσαμο της αγάπης του Χριστού. Έλεγε στην πονεμένη ψυχή:
– Παιδί μου, εσένα ο Χριστός σε αγαπάει, σε συγχώρεσε. Ό Χριστός αγαπάει περισσότερο τους αμαρτωλούς πού μετανοούν και ζουν με ταπείνωση.
Πάντα τόνιζε την ταπείνωση και έλεγε χαρακτηριστικά:
– Ένας ταπεινός άνθρωπος έχει περισσότερη Χάρη από πολλούς ανθρώπους. Κάθε πρωΐ ο Θεός ευλογεί τον κόσμο με το ένα χέρι, άλλ’ όταν ιδή κανέναν ταπεινό άνθρωπο, τον ευλογεί με τα δυο Του χέρια. Πά-πά-πά, παιδί μου! εκείνος πού έχει μεγαλύτερη ταπείνωση, είναι ο μεγαλύτερος από όλους.
Επίσης, έλεγε γι’ αυτούς πού παρθενεύουν πώς πρέπει να έχουν και ταπείνωση, γιατί αλλιώς δεν σώζονται μόνο με την παρθενία, διότι η κόλαση είναι γεμάτη και από υπερήφανους παρθένους.
– Όταν καυχάται κανείς ότι είναι παρθένος – έλεγε -θα του πή ο Χριστός: «Επειδή δεν έχεις και ταπείνωση, πήγαινε στην κόλαση». Ενώ σ’ εκείνον πού ήταν αμαρτωλός και μετανόησε και ζή ταπεινά με συντριβή καρδίας και ομολογεί ότι είναι αμαρτωλός, θα του πή ο Χριστός: «Έλα, παιδί μου, εδώ στον γλυκό Παράδεισο».
Έκτος από την ταπείνωση και την μετάνοια τόνιζε πολύ την μελέτη του Θεού, δηλαδή ο νους του άνθρωπου να γυρίζη συνέχεια γύρω από τον Θεό. Επίσης, τόνιζε την μελέτη της Αγίας Γραφής και των Αγίων Πατέρων: Ευεργετινό, Φιλοκαλία, Άγιο Χρυσόστομο, Μέγα Βασίλειο, Γρηγόριο Θεολόγο, Άγιο Μάξιμο, Συμεών Νέο Θεολόγο, Άββά Μακάριο και Άββά Ισαάκ. «Ή μελέτη, έλεγε ο Γέροντας, θερμαίνει και την ψυχή, καθαρίζει και τον νου και έτσι ασκείται με προθυμία ο άνθρωπος και αποκτάει αρετές, ενώ, όταν δεν ασκήται, αποκτάει πάθη».
Μια μέρα με ρώτησε:
– Εσύ, παιδί μου, τι βιβλία διαβάζεις; Του απήντησα:
-Άββα Ισαάκ.
– Πά-πά-πά, παιδί μου! αυτός ο Άγιος είναι μεγάλος! Ούτε έναν ψύλλο δεν σκότωνε ο Άββας Ισαάκ.
Ήθελε με αυτό πού είπε να τονίση την μεγάλη πνευματική ευαισθησία του Αγίου.
Ό Πάπα – Τυχών προσπαθούσε να μιμηθή τον Άγιο Ισαάκ, όχι μόνο στο ησυχαστικό του πνεύμα αλλά και στην ευαισθησία της πνευματικής του αρχοντιάς, και δεν επιβάρυνε κανέναν άνθρωπο. Έλεγε στους Μοναχούς ότι πρέπει να ζουν ασκητικά, για να ελευθερωθούν από τις μέριμνες, και όχι να δουλεύουν σαν εργάτες και να τρώνε σαν κοσμικοί. Γιατί το έργο του Μοναχού είναι οι μετάνοιες, οι νηστείες, οι προσευχές, όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά και για όλο τον κόσμο, ζωντανούς και πεθαμένους, και λίγη δουλειά για τα απαραίτητα, για να μην επιβαρύνη τους άλλους, διότι με την πολλή δουλειά και μέριμνα ξεχνάει κανείς τον Θεό. Έλεγε χαρακτηριστικά:
– Ό Φαραώ έδινε πολλή δουλειά και πολύ φαγητό στον λαό του Ισραήλ, για να ξεχάσουν τον Θεό.
Πριν αρχίση τις συμβουλές του ο Γέροντας, είχε τυπικό να κάνη πρώτα προσευχή, να επικαλεσθή το «Αγιο Πνεύμα, για να τον φωτίση, και αυτό συνιστούσε και στους άλλους. Έλεγε: «Ό Θεός άφησε το Άγιο Πνεύμα, για να μας φωτίζη. Αυτό είναι νοικοκύρης. Γι’ αυτό και ή Εκκλησία μας αρχίζει με το Βασιλεύ Ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας». Ενώ έλεγε αυτά για το Άγιο Πνεύμα, αλλοιωνόταν το πρόσωπο του, και πολλοί ευλαβείς άνθρωποι την έβλεπαν αυτή την αλλοίωση.
Μερικοί τον τραβούσαν και καμιά φωτογραφία κρυφά. Άλλοι του ζητούσαν ευλογία για να τον φωτογραφίσουν, και αυτός το δεχόταν απλά. Σηκωνόταν αμέσως, πήγαινε στο Ναό και φορούσε το Αγγελικό του Σχήμα. Έπαιρνε και τον Σταυρό στο ένα χέρι και με το άλλο ξέπλεκε την μεγάλη του γενειάδα, την οποία έδενε κότσο, και φαινόταν πράγματι σαν τον Πατριάρχη Αβραάμ, ιδίως στα υστερνά του, πού είχε γίνει ολόλευκος πια εσωτερικά και εξωτερικά. Αφού λοιπόν ετοιμαζόταν, στεκόταν κάτω από την ελιά, για να τον φωτογραφίσουν, και έπαιρνε μια στάση μικρού παιδιού. Είχε ωριμάσει πια πνευματικά και είχε γίνει σαν μικρό παιδί, όπως μας συνιστά ο Χριστός να γίνουμε σαν τα άκακα παιδιά.
Οι Πατέρες πού τον συμβουλεύονταν, στα γεράματα του τον επισκέπτονταν πιο τακτικά, για να του προσφέρουν καμιά βοήθεια, και τον ρωτούσαν:
– Γέροντα, μήπως θέλεις να σου κόψουμε ξύλα; Εκείνος απαντούσε:
– Κάνετε υπομονή, εάν δεν πεθάνω το καλοκαίρι, να μου κόψετε ξύλα για τον χειμώνα.
Το 1968 είχε προαισθανθή πια τον θάνατο του, γιατί συνέχεια ανέφερε για τον θάνατο. Τον είχαν εγκαταλείψει και οι λίγες σωματικές του δυνάμεις. Μετά της Παναγίας (τον Δεκαπενταύγουστο) είχε πέσει στο κρεβάτι και έπινε μόνο νερό, γιατί καιγόταν εσωτερικά. Παρόλο πού βρισκόταν σ΄ αυτή την κατάσταση, πάλι δεν ήθελε να μένη άνθρωπος κοντά του, για να μη τον περισπά στην αδιάλειπτη προσευχή του.
Όταν είχε πλησιάσει η τελευταία εβδομάδα της ζωής του επί της γης, τότε μου είπε να καθήσω κοντά του, γιατί θα αποχωριζόμασταν πια, αφού θα έφευγε εκείνος για την αληθινή ζωή. Ακόμη και αυτές τις δέκα ήμερες δεν με άφηνε να μένω συνέχεια κοντά του, αλλά μου έλεγε να πηγαίνω στο διπλανό κελλάκι, για να προσεύχωμαι κι εγώ μετά από την μικρή βοήθεια πού του πρόσφερα. Φυσικά, δεν είχα τα απαιτούμενα για να τον ανακουφίσω όσο έπρεπε, αλλά, επειδή δεν είχε ανακουφισθή ποτέ το ταλαιπωρημένο του σώμα, και ή ελάχιστη βοήθεια του φαινόταν πολύ μεγάλη.
Μια μέρα, είχα οικονομήσει δύο λεμόνια και του έκανα μια λεμονάδα. Μόλις ήπιε λίγο δροσίστηκε και με κοιτούσε παράξενα.
-Πά-πά-πά, παιδί μου! αυτό το νερό είναι πολύ καλό! Πού το βρήκες; Ό Χριστός να σου δώση σαράντα χρυσά στεφάνια.
Φαίνεται δεν είχε πιή ποτέ λεμονάδα ή είχε πιή, όταν ήταν πολύ μικρός, και είχε ξεχάσει την γεύση της.
Επειδή ήταν ακίνητος πια στο κρεβάτι, γιατί είχε παραδώσει σ’ αυτό τις λίγες του σωματικές δυνάμεις και δεν μπορούσε να σηκωθή να πάη στο Ναό του Τιμίου Σταυρού, όπου λειτουργούσε με ευλάβεια χρόνια ολόκληρα, μου ζήτησε να του φέρω τον Σταυρό από την Αγία Τράπεζα για παρηγοριά. Όταν είδε τον Σταυρό, γυάλισαν τα μάτια του και, αφού τον ασπάσθηκε με ευλάβεια, τον κρατούσε σφιχτά στο χέρι του με όλη την δύναμη πού του είχε απομείνει. Είχα δέσει και ένα κλωνάρι βασιλικό στον Σταυρό και του έλεγα:
-Μυρίζει καλά, Γέροντα; Εκείνος μου απαντούσε:
– Ό Παράδεισος, παιδί μου, μυρίζει πολύ καλύτερα.
Μια μέρα από εκείνες τις τελευταίες του, είχα βγει έξω, για να του φέρω λίγο νερό. Όταν άνοιξα μετά και μπήκα στο κελλί του, με κοιτούσε παράξενα και μου λέγει:
– Εσύ, ο Άγιος Σέργιος είσαι;
– Όχι, Γέροντα, είμαι ο Παΐσιος.
-Τώρα, παιδί μου, ήταν εδώ ή Παναγία, ο Άγιος Σέργιος και ο Άγιος Σεραφείμ. Που πήγαν; Κατάλαβα ότι κάτι γίνεται και τον ρώτησα:
– Τι σου είπε ή Παναγία;
-Θα περάση η Πανήγυρη και μετά θα με πάρη.
Ήταν απόγευμα, παραμονή του Γενεθλίου της Θεοτόκου, 7 Σεπτεμβρίου του 1968 και μετά από τρεις ημέρες, στις 10 Σεπτεμβρίου, αναπαύθηκε εν Κυρίω.»

Στη σελ. 10-11 συναντάμε τον π. Χαράλαμπο της Μονής Κουτλουμουσίου, ο οποίος «είχε και τη Βιβλιοθήκη, αλλά τον έβγαλαν, επειδή δεν έκλεινε ποτέ την πόρτα. Συνηθιζε να λέη: ‘Αφήστε τους ανθρώπους να διαβάζουν τα βιβλία’. Δεν του περνούσε λογισμός ότι υπάρχουν και άνθρωποι που κλέβουν βιβλία. … Τα μεν χέρια του συνέχεια εργάζονταν για τους άλλους, ο δε νους και η καρδιά του εργάζονταν στα πνευματικά διά της αδιαλείπτου προσευχής. … Έτσι εργατικότατος και πνευματικότατος έζησε … μια βαριά γρίππη μόνο τον έρριξε στο κρεβάτι, και ο γιατρός είπε στους Πατέρες να μην απομακρυνθούν από κοντά του, γιατί σε λίγη ώρα θα τελειώσει η ζωή του.Ο πατήρ το άκουσε κάτω από τις κουβέρτες και απήντησε: – Τι λες; Εγώ δεν πεθαίνω, εάν δεν έρθει το Πάσχα να πω το Χριστός Ανέστη. Πράγματι πέρασαν δύο μήνες σχεδόν, ήρθε το Πάσχα, είπε το Χριστός Ανέστη, κοινώνησε και μετά αναπαύθηκε. Το φιλότιμο και απλό γεροντάκι είχε γίνει πραγματικό παιδί του Θεού και μαζί με τον Θεό καθόρισε την ημερομηνία του θανάτου του.»

Στο βιβλίο «οι άγιοι χωρίς μάσκα», παρά την αναφορά σε «αγίους», δεν συναντάμε καθόλου τέτοιες οσιακές μορφές. Ο συγγραφέας, που σημειώνει ότι στο Άγιο Όρος μονάζουν 4000 άνθρωποι, δεν περιγράφει ονομαστικά περισσότερους από 11, όμως οι περισσότεροι από αυτούς που περιγράφει είναι «ένας κι ένας»… Όπως δηλώνει ο ίδιος περιληπτικά στον επίλογο του βιβλίου: «Μέσα στα 20 μοναστήρια του Άθω, θα βρούμε: εμπόρους ναρκωτικών, εμπόρους κι αγοραστές της… ανδρικής σάρκας, σχολειά του αλκοολισμού και συστηματικά εκπαιδευτήρια μισανθρωπίας κι αλληλοεξοντωμού. Κι ακόμα σπείρες απατεώνων που τις επιτυχίες τους θα ζηλεύανε κι οι πιο μοντέρνοι διεθνείς τύποι του είδους των. Στα όμορφα γαλάζια ακρογιάλια του ακρωτηριού του Άθω, που μονάχα αυτά είδανε οι ποιητές κι οι δημοσιογράφοι θα δούμε εμείς “υπ’ ατμόν” τα “πλωτά πορνεία” του Αγ. Όρους. Αλλά εκεί θα συναντήσουμε και πατέρα που τραβά το παιδάκι του 12 και 13 χρονώ, να τριγυρίζει τα κελιά να το παζαρεύει με τους ασκητές, ή να το νοικιάζει για μια ή για περισσότερες βραδιές».

Στο ακόλουθο απόσπασμα, ο συγγραφέας μ’ έναν άλλο εργάτη οδηγούν στη Μονή Κουτλουμουσίου έναν νέο που παρουσίασε φυματίωση,  για να τον περιθάλψουν εκεί οι μοναχοί.

«Το μοναστήρι του «Κουτλουμούση» δε δέχεται τον άρρωστο! Σαράντα καλόγεροι είναι μαζεμένοι στην πόρτα και φωνάζουνε όλοι μαζί. Κι ο καλόγερος ο γνωστός μας, φωνάζει πιο πολύ απ’ όλους. Ξεθάρρεψε, κάνει και τον παλληκαρά!
Μα ο Σπύρος δε μιλεί, ούτε κι αγριοκοιτάζει κανένα. Ήσυχα και προσεχτικά κατεβάζει τον άρρωστο και τον μπάζει μέσα, παραμερίζοντας τους καλόγερους, που περιορίζονται να κοιτάζουνε ο ένας τον άλλο, κι ύστερα να ξαναφωνάζουνε ό,τι θέλει ο καθένας…

-Μην ουρλιάζετε! γυρίζει και τους λέει μια στιγμή. Δε σας τ’ αφήνω εδώ να το πεθάνετε το παιδί. Δώστε μου μόνο λίγο γάλα κι αβγά…
Μα στο μοναστήρι «δε μπορούσανε να υπάρχουνε τέτοιες βρωμιές!» Έτσι είπε ο πρωτοεπίτροπος θυμωμένος.
-Φέρτε μου, γιατί θα τα βρω μόνος μου!
Αλλά «Αδύνατο, εδώ είναι μοναστήρι κοινόβιο, δεν είναι κοσμικό σπίτι, γεμάτο σύνεργα του Σατανά!». Αυτό τόπε ο «πάτερ Δομέτιος» ο πνευματικός…
Στέκομαι τώρα μόνος με τον άρρωστο, σ’ ένα υπόστεγο της αυλής. Ο Σπύρος σα δαιμονισμένος εξαφανίστηκε στους διαδρόμους του μοναστηριού. Κι έτσι οι καλόγεροι βιαστικά πήρανε διάφορες διευθύνσεις. Μόνο τρείς, τέσσερις μείνανε στην αυλή για να σιγομουρμουρίζουνε και να μ’ αγριοκοιτάζουνε.
Και σκέφτομαι πόσο εύκολο είναι να μας πετάξουνε όξω, τώρα που δε φοβούνται κανέναν απ’ τους δύο μας. Μα παίρνω θάρρος γιατί καταλαβαίνω πως όλες τους οι αγριοφωνάρες δεν είναι τίποτε άλλο, παρά τα γαβγίσματα των θρασύδειλων σκυλιών που κάνουνε πως κυνηγούνε τον ίσκιο του ζητιάνου του χωριού μου…
Ο άρρωστος τουρτουρίζει. Τώρα μόνο προσέχω πως τα ρούχα μας έχουν κολλήσει πάνω μας, και πως και τα δικά μου τα δόντια καταχτυπούνε σαν παλαβά.
Ο «πάτερ Παΐσιος» συμβουλεύει να ειδοποιήσουνε την αστυνομία. Μα ο «πάτερ Ανατόλιος» είναι έξυπνος άνθρωπος κι εμποδίζει. Είμαι περίεργος να μάθω τι θα καταγγέλνανε…
Πάνω από 500 παραθύρια είναι σωφιλιασμένα στους γκρίζους τοίχους του μοναστηριού. Και πολλές καμινάδες καπνίζουνε. Θα’ ναι ζεστά πίσω απ’ αυτά τα παραθύρια, σκέφτομαι με κάποια ζήλια και βιάζομαι να γυρίσουμε στο καφενείο μας…
Τρεχάτος κατεβαίνει ο Σπύρος τη σκάλα και κρατάει θριαμβευτικά, σαν έπαθλα, 3 κουτιά γάλα κι ένα συρμάτινο καλαθάκι γεμάτο αυγά! Θα’ ναι ίσαμ’ εξήντα.
– Μα-σκα-ρά-δες! ξεφυσά αγανακτισμένος και μας φέρνει προς την έξοδο.
Αυτή τη βρισιά τη συνήθιζε πολύ ο Σπύρος.
-Να μην χωνέψει! ακούγεται μια φωνή τραχιά, αγανακτισμένη, ψηλά από ένα παραθύρι του δεύτερου πατώματος.
Γελώντας γύρισε ο Σπύρος και την έδωκε την απάντηση:
– Αν άκουγε ο Θεός τα κοράκια, δε θ’ άφηνε γάιδαρο ζωντανό.»

Αφού είδαμε αντιπροσωπευτικά αποσπάσματα και των δυο βιβλίων, να σας πω ότι σύμφωνα με το σκεπτικό μου, θεωρώ και τους δυο συγγραφείς ειλικρινείς.  Όμως διάλεξαν να αποτυπώσουν διαφορετικές όψεις της πραγματικότητας, επειδή είχαν διαφορετικά φίλτρα μέσα από τα οποία περνούσαν τις εξωτερικές εμπειρίες τους, διαφορετική οπτική για τη ζωή και για το τι ωφελεί τους αναγνώστες τους. Δείτε για παράδειγμα, πώς σκεφτόταν ο γέροντας Παΐσιος, από τα παρακάτω που έχει πει:

«Γνώρισα εκ πείρας ότι σ’ αυτή τη ζωή οι άνθρωποι είναι χωρισμένοι σε δύο κατηγορίες. Τρίτη δεν υπάρχει -ή στη μια θα είναι ή στην άλλη. Η μία, λοιπόν, κατηγορία των ανθρώπων μοιάζει με τη μύγα. Η μύγα έχει την εξής ιδιότητα: να πηγαίνει πάντα και να κάθεται σε ό,τι βρώμικο υπάρχει. Για παράδειγμα, αν ένα περιβόλι είναι γεμάτο λουλούδια, που ευωδιάζαυν, και σε μια άκρη του περιβολιού κάποιο ζώο εχει κάνει μια ακαθαρσία, τότε μια μύγα, πετώντας μέσα σ’ αυτό το πανέμορφο περιβόλι, θα πετάξει πάνω απο όλα τα άνθη και σε κανένα δεν θα καθίσει. Μόνο όταν δει την ακαθαρσία, τότε αμέσως θα κατέβει και θα καθίσει πάνω σ’ αυτήν και θα αρχίσει να την ανασκαλεύει, αναπαυόμενη στη δυσωδία που προκαλείται από το ανακάτεμα αυτό και δε θα ξεκολλά από εκεί.

Αν τώρα έπιανες μια μύγα, και αυτή μπορούσε να μιλήσει και τη ρωτούσες να σου πει μήπως ξέρει αν πουθενά υπάρχουν τριαντάφυλλα, τότε εκείνη θα απαντούσε πως δε γνωρίζει καν τί είναι αυτά. Εγω, θα σου πει, ξέρω πως υπάρχουν σκουπίδια, τουαλέτες, ακαθαρσίες ζώων, μαγειρεία, βρωμιές. Η μία λοιπόν μερίδα των ανθρώπων μοιάζει με τη μύγα. Είναι η κατηγορία των ανθρώπων που έχει μάθει πάντα να σκέφτεται και να ψάχνει να βρει ό,τι κακό υπάρχει, αγνοώντας και μη θέλοντας ποτέ να σταθεί στο καλό. Η άλλη κατηγορία των ανθρώπων μοιάζει με τη μέλισσα. Η ιδιότητα της μέλισσας είναι να βρίσκει και να κάθεται σε ό,τι καλό και γλυκό υπάρχει. Ας πούμε, για παράδειγμα, πως σε μια αίθουσα, που είναι γεμάτη ακαθαρσίες έχει κάποιος τοποθετήσει σε μια γωνιά ένα λουκούμι. Αν φέρουμε εκεί μια μέλισσα, εκείνη θα πετάξει και… δεν θα καθησει πουθενά έως ότου βρει το λουκούμι και μόνον εκεί θα σταθεί.

Αν πιάσεις τώρα τη μέλισσα και τη ρωτήσεις που υπάρχουν σκουπίδια, αυτή θα σου πει ότι δε γνωρίζει, θα σου πει εκεί υπάρχουν γαρδένιες, εκεί τριανταφυλλιές, εκεί θυμάρι, εκεί μέλι, εκεί ζάχαρη, εκεί λουκούμια και γενικά θα είναι γνωστής όλων των καλών και θά έχει παντελή άγνοια όλων των κακών. Αυτή είναι η δεύτερη ομάδα, των ανθρώπων εκείνων που έχουν καλούς λογισμούς και σκέπτονται και βλέπουν τα καλά. Όταν σ’ ένα δρόμο βρεθούν νά περπατούν δύο άνθρωποι, οι οποίοι ανήκουν στις δύο αυτές κατηγορίες, τότε φτάνοντας στο σημείο εκείνο όπου ένας τρίτος έκανε την «ανάγκη» του, ο άνθρωπος της πρώτης κατηγορίας, θα πάρει ένα ξύλο και θ’ αρχίσει να σκαλίζει τις ακαθαρσίες. Οταν, όμως περάσει ο άλλος, της δεύτερης κατηγορίας, που μοιάζει με τη μέλισσα, προσπαθεί να βρει τρόπο να τις σκεπάσει με χωμα και με μια πλάκα, για να μην αισθανθούν και οι άλλοι περαστικοί τη δυσωδία αυτή, που προέρχεται απο τις βρωμιές». Και κατέληξε ο Γέροντας:

«Εγώ σε όσους έρχονται και μου κατηγορούν τους άλλους -και με δυσκολεύουν- τους λέω αυτό το παράδειγμα και τους υποδεικνύω να διαλέξουν σε ποια κατηγορία θέλουν να βρίσκονται και αναλόγως να ψάξουν να βρουν και τους ανάλογους ανθρώπους της κατηγορίας τους».

«Θα σας διηγηθώ δυο περιστατικά που μου συνέβησαν εδώ στην Παναγούδα. Θα δείτε πώς σκέφτονται οι μέλισσες και πώς οι μύγες. Μια φορά μου ήλθε εδώ ένα παλικάρι δεκαεφτά ετών και χτυπούσε το σήμαντρο για να του ανοίξω. Ήταν πρωί και ακόμα δεν είχα ξεκλειδώσει. Βγήκα έξω και το είδα στο σύρμα. Ήταν  ένα παιδί χαριτωμένο, με ευλάβεια. Μου είπε:

– Γέροντα, θέλω να δω τον π. Παϊσιο.

Εγώ για να δοκιμάσω το λογισμό του του απάντησα:

– Δεν είναι εδώ. Πήγε στις Καρυές να πάρει τσιγάρα.

– Καλά, θα τον περιμένω, μου είπε, έχοντας στο νου του πάντα  καλό λογισμό.

– Φύγε, του λέω. Τι περιμένεις να τον δεις

Αυτός είναι…

-Όχι, Γέροντα, εγώ θέλω να τον δω, επέμεινε.

Αυτό το παλικάρι είχε καλούς λογισμούς και δεν μπόρεσα να  τους χαλάσω, παρόλο που το παίδεψα πολλή ώρα. Δε δεχόταν μέσα του κακό λογισμό. Ήταν καλή ψυχή.

Μια άλλη φορά, ήρθε ένας πατέρας και μου ζητούσε να προσευχηθώ για το παιδί του, που ήταν  βαριά άρρωστο. Του είπα ότι  εγώ κάτι  θα κάνω, αλλά πρέπει κι εσύ να βοηθήσεις. Βέβαια, δε γνωρίζεις από προσευχή, νηστεία, μετάνοιες κ.λπ. Να  κόψεις όμως ένα ελάττωμα σου.

-Τι να κόψω, Γέροντα; με ρώτησε.

-Να κόψεις το τσιγάρο, του είπα.

Με άκουσε με προσοχή και όταν του άνοιξα την εκκλησία να προσκυνήσει, χωρίς να το καταλάβω, άφησε σ’ ένα στασίδι  το πακέτο και τον αναπτήρα. Την ώρα εκείνη ήρθε κι ένας άλλος, που μπήκε κι αυτός  στην εκκλησία, έριξε μια ματιά από περιέργεια και βγήκε έξω. Ήρθε και κάθισε στο πεζούλι, που είναι στον τοίχο της εκκλησίας, άναψε ένα τσιγάρο και κάπνιζε χωρίς δισταγμό. Βγήκα έξω και τον είδα.

-Μα εδώ καπνίζεις ευλογημένε που είναι η εκκλησία; Πήγαινε εκεί πέρα στα δέντρα και κάπνισε. Δεν κάνει εδώ, του είπα. Αυτός όμως είχε κακούς και πονηρούς λογισμούς και μου είπε με προκλητικό ύφος:

-Γιατί, πειράζει που καπνίζω; Εσύ καπνίζεις  μέσα στην εκκλησία κι εγώ που καπνίζω απ’ έξω κάνω κακό;

Του ξαναείπα να φύγει από εκεί, αλλ’ αυτός επέμενε και μου έλεγε τα ίδια λόγια. «Μα τι λέει», διερωτήθηκα. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι εννοούσε. Μπήκα μέσα στην εκκλησία και είδα το πακέτο με τα τσιγάρα που είχε αφήσει ο πονεμένος πατέρας. Αμέσως κατάλαβα ότι  με είχε παρεξηγήσει και νόμισε ότι ήταν δικά μου τα  τσιγάρα και ότι κάπνιζα μέσα στην εκκλησία! Του εξήγησα πώς είχε το πράγμα, αλλά αυτός είχε κακό λογισμό. Του έλειπε η διάθεση να ωφεληθεί.»

Από την άλλη ο Θέμος Κορνάρος αισθάνεται ότι για το Άγιο Όρος καλλιεργείται μια φανταστική εικόνα, και πρέπει ο ίδιος προσωπικά να δράσει, ακόμα και μεταχειριζόμενος την υποκρισία («μεταχειρίστηκα με ικανοποιητικά αποτελέσματα τη μάσκα της ηλιθιότητας» γράφει στον επίλογό του), ώστε όλοι να μάθουν ότι κι εκεί υπάρχει αμαρτία:

«Μέχρι σήμερα, συνηθίσαμε να νομίζουμε το Άγιον Όρος για την πρότυπη Χριστιανική Πολιτεία, που τα μίση, οι ανθρώπινες κακίες, τα πάθη έχουνε θαφτεί και στη θέση τους φυτρώσανε η γαλήνη, η αδελφοσύνη κι η ανυστερόβουλη αγάπη.
Την ιδέα αυτή μάς τη δημιουργήσανε οι ποιητές, που επισκεφθήκανε τον τόπο αυτό, με τις τόσες φυσικές καλλονές, μόνο γιατί δεν μπορέσανε να δούνε τον άνθρωπο του φυσικού αυτού παραδείσου.
Καιρός όμως είναι πια ν’ ακολουθήσουμε τα ερημικά μονοπάτια, που ξεπροβάλλουνε από τις καταπράσινες λαγκαδιές και σκαρφαλώνουνε και τυλίγουνται και ξανακρύβουνται σε καταπράσινες βουνοπλαγιές για να
ξαναπροβάλλουνε προκλητικά σε γελαστές ηλιολουσμένες βουνοκορφές, που στεφανώνουνται από τα κάτασπρα τα τείχη μιας βυζαντινής οικοδομής. Μέσα σε κείνα τα τειχιά βρίσκονται οι άρρωστοι που πάσχουνε από τη λέπρα της ψυχής, οι υποψήφιοι… άγιοι.
Ελάτε να τους γνωρίσουμε. Ώρα είναι πια να πάψει ο άνθρωπος να γονατίζει μπροστά σε νοσογόνα μικρόβια παρασιτικά και να σκύβει το κεφάλι κάτω από το ζυγό βάρβαρων τυχοδιωκτών.»

Και βέβαια και ο Κορνάρος, όπως και ο γέροντας Παΐσιος, γράφει για να προσφέρει ωφέλεια στο Άγιο Όρος και στους αναγνώστες του. Μόνο που έχουν διαφορετική γνώμη για το πώς μπορεί να προκύψει η ωφέλεια αυτή: Ο γέροντας Παΐσιος κατά κύριο λόγο προσφέρει ως πρότυπα προς μίμηση μοναχούς που με την διαρκή άσκηση και προσευχή ξεπέρασαν τα ανθρώπινα μέτρα κι ενώθηκαν με τον Χριστό, ή ανθρώπους που χωρίς να φτάσουν σε μεγάλη άσκηση σώθηκαν χάρη στη μη-κατάκριση και την ταπείνωση. Ο Θέμος Κορνάρος δεν φαίνεται ν’ αναγνωρίζει αγίους, παρά αναφέρεται σε εθνικά θέματα και ηθική: τιμά μόνο «ελάχιστους μοναχούς που πήραν μέρος στον αγώνα και πύκνωσαν την αντιπροσωπεία των ζωντανών κληρικών στην αντίσταση του Έθνους«, και από αυτούς τους «τίμιους Κληρικούς, που άρπαξαν τ’ άρματα και πήραν θέση πλάι στον αγωνιζόμενο Λαό» «ελπίζει τον ηθικό καθαρμό του Όρους» από τους υπόλοιπους που χαρακτηρίζει ως «νοσογόνα μικρόβια παρασιτικά» και «βάρβαρους τυχοδιώκτες». Κι επιζητεί να κάνει καλό όχι διηγούμενος τη ζωή και τα έργα των κληρικών που χαρακτηρίζει «ελάχιστους τίμιους» και τους οποίους, αν και αναφέρει στον επίλογο, δεν παρουσιάζει πουθενά στο πόνημά του, αλλά ξεμπροστιάζοντας λεπτομερειακά τα έργα των «παρασιτικών μικροβίων».

Σύμφωνα με το νόμο των πιθανοτήτων ο Θέμος Κορνάρος πρέπει να έχει καταγράψει και συκοφαντίες, αφού το είδος των συκοφαντών πουθενά δεν εκλείπει, ούτε από τις συναναστροφές του Κορνάρου βεβαίως βεβαίως… Επιπλέον, ακόμα κι αν δεχτούμε ότι κάποιος που θέλει να λειτουργήσει δημοσιογραφικά, δεν είναι καθόλου μεροληπτικός και προκατειλημμένος – πράγμα για το οποίο το εμπαθές ύφος του Κορνάρου δεν με πείθει, αφού μοιάζει πάντα έτοιμος να υποθέσει το χειρότερο – είναι δύσκολο  να επαληθεύσει προσωπικά όλες τις διηγήσεις άλλων που καταγράφει. Όμως σύμφωνα με τον ίδιο νόμο των πιθανοτήτων, κάποια από αυτά που περιγράφει ο Κορνάρος είναι αληθινά. Και αυτό δεν πρέπει να μας σκανδαλίζει. Το ότι λέμε το Άγιο Όρος «Περιβόλι της Παναγίας» δεν σημαίνει ότι είναι γεμάτο αγίους ανθρώπους, και άδειο από αμετανόητους και διαβολικούς. Μήπως και ο Χριστός δεν είπε ότι τα ζιζάνια θα μεγαλώνουν δίπλα στα στάχια μέχρι το θερισμό; Μήπως ο Μέγας Βασίλειος δεν είδε όραμα ότι από τους χιλιάδες κατοίκους της Βασιλεύουσας της εποχής του, μόνο μια μικρή μειοψηφία θα σώζονταν; Προσοχή, όχι θα αγίαζαν, αλλά θα σώζονταν. Με δυο λόγια όλοι οι υπόλοιποι, η πλειοψηφία, πήγαινε κατά διαόλου.

Και στο «Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα» έχουμε τις εξής διηγήσεις: Στη μια ένας υπερήφανος ιερομόναχος σε Ιδιόρρυθμο μοναστήρι κάνει σκληρούς ασκητικούς αγώνες και φαντάζεται ότι… αγίασε. «Μια μέρα λοιπόν, είχε πέσει ένας εργάτης από ένα δένδρο στο δάσος και σακατεύτηκε ο καημένος. Αμέσως ο γιος του τον φορτώθηκε και τον κατέβασε κοντά στη Μονή, για να ειδοποιήση τον Διακονητή του δάσους Πατέρα …, για το συμβάν και να του ζητήση μια κουβέρτα, για να μεταφέρη στο μουράγιο τον σακατεμένο πατέρα του, για να τον πάη στη Θεσσαλονίκη. Ο Πατήρ, δυστυχως, όχι μόνο δεν του έδωσε κουβέρτα, αλλά σκεφτόταν τον χρόνο που του έτρωγε ο νέος με την υπόθεση του πατέρα του. Φυσικά, ήταν υποχρεωμένος όχι μόνο να τον ακούση, αλλά και να τον βοηθήση, επειδή ήταν ο Διακονητής του δάσους, αλλά και προϊστάμενος. Δυστυχώς όμως, έκλεισε την πόρτα του κελλιού του, για να μην καθυστερήση και να συμπληρώση τα πνευματικά του. Οι Πατέρες της Μονής, όταν είδαν τον νέο να κλαίη, τον πλησίασαν και του συμπαραστάθηκαν. Παρηγόρησαν το παιδί, βοήθησαν για την μεταφορά του πληγωμένου πατέρα του και φρόντισαν να τακτοποιηθή σε νοσοκομείο. Μετά από τέτοια ασπλαγχνία (!) επόμενο ήταν ν’ απομακρυνθή τελείως η Χάρη του Θεού…» Στη συνέχεια ο μοναχός αυτός έβλεπε «αγγέλους», και μια μέρα ένας από αυτούς τον κάλεσε να ετοιμαστεί για να τον πάρει μαζί του. Έτσι ακολουθώντας τον «άγγελο» με τον οποίο συνομιλούσε δυνατά, έπεσε από το παράθυρο και σκοτώθηκε. Πίσω του είχε αφήσει ένα σημείωμα με τα εξής, όλο αγάπη, λόγια προς τους άλλους μοναχούς: «Κάτω απ’ αυτή την κόλλα έχω τρεις χιλιάδες δραχμές για ένα Σαραντελείτουργο. Εάν δεν μου το κάνετε, να έχετε την λέπρα του Γιεζή, την αγχόνη του Ιούδα και την αρά των 318 Θεοφόρων της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου.»

«Σ’ έναν προϊστάμενο της Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου, όταν ήταν ιδιόρρυθμη η Μονή, είχε εμφανιστεί άγγελος Κυριου και του είπε: ‘Τι γίνεται εδώ; Έχω τριάντα ολόκληρα χρόνια να πάρω ψυχή με πνευματική κατάσταση καλή, όπως την θέλει ο Θεός. Οι Πατέρες παραμέλησαν τους πνευματικούς αγώνες και άρχισαν να ζουν σχεδόν όπως οι κοσμικοί.»

Οπότε και ο γέροντας Παΐσιος δεν παρουσιάζει το Άγιο Όρος ως «ομορφο κόσμο ηθικό, αγγελικά πλασμένο». Πώς θα μπορούσε άλλωστε ο φιλαλήθης γέροντας να κάνει έτσι; Τέτοιο μέρος χωρίς άνθη του κακού δεν υπάρχει πουθενά στη γη.

Οπότε ο Θέμος Κορνάρος – σε αντίθεση με τον γέροντα Παΐσιο, που μιμούμενος την μέλισσα, έγραψε κυρίως για τα ευωδιαστά λουλούδια που συνάντησε στο Όρος, κι ανέφερε και μερικά «αγκάθια» ως παράδειγμα προς αποφυγήν, – έγραψε μόνο για δυσώδεις καταστάσεις. (Αυτό το λέω λαμβάνοντας καλή τη πίστη ως δεδομένο ότι ήταν ειλικρινής στα όσα έγραψε, και χωρίς να έχω τη δυνατότητα να γνωρίζω αν ήταν ή δεν ήταν ειλικρινής, και σε ποιο βαθμό.) Το αν κατάλαβε ότι υπάρχει στο Άγιο Όρος και άλλη πλευρά και αν έψαξε γι’ αυτήν, είναι σίγουρα ένα θέμα σημαντικό κυρίως για τη δική του πνευματική κατάσταση, όμως δεν αλλάζει το γεγονός ότι στο «περιβόλι της Παναγίας» συμβαίνουν και διάφορα σκάνδαλα, για τα οποία γνωρίζουμε και από άλλες πηγές και όχι μόνο από τον Θέμο Κορνάρο. Και είναι καλό ένας επισκέπτης που πηγαίνει στο μέρος αυτό για πρώτη φορά να γνωρίζει ότι στο Άγιο Όρος δεν υπάρχουν μόνο οι μετανοούντες και οι άγιοι, αλλά και άλλοι με τελείως αντίθετη στάση, όπως άλλωστε συμβαίνει και σε όλο τον εκτός του Αγίου Όρους κόσμο.

Οι άνθρωποι χωρίς την αρετή της διάκρισης πάντα κινδυνεύουν να μπερδευτούν, και είτε γνωρίζουν είτε αγνοούν τις δυο πλευρές του «νομίσματος», να περνούν τους ευλαβείς μοναχούς για υποκριτές, και τους υποκριτές για ευλαβείς. Ένας που βλέπει παντού κακούς και κατακρίνει στο μυαλό του όλους, αμαρτάνει και χάνει την ευκαιρία να ωφεληθεί από πνευματικούς ανθρώπους που τους απορρίπτει ως υποκριτές. Παρομοίως και κάποιος που όλους τους θεωρεί αγγελικούς κι αθώους, γίνεται εύκολα λεία θεομπαιχτών και απατεώνων, με κίνδυνο όταν αντιληφθεί το πάθημά του, να χάσει ακόμα και την πίστη του. Ταπεινά φρονώ ότι ο Χριστιανός καλό είναι να μην σταματά ποτέ να προσεύχεται να τον φυλά ο Θεός από τους ασεβείς και να τον οδηγεί κοντά σε πραγματικούς ευλαβείς ανθρώπους, είτε βρίσκεται στο Άγιο Όρος είτε οπουδήποτε αλλού.

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ (22.11.2009): Σύμφωνα με το άρθρο στο http://www.oodegr.com/oode/sygrafeis/themos_kornaros_1.htm ο Θέμος Κορνάρος πρέπει να είχε σοβαρό έλλειμμα αντικειμενικότητας… Δείτε εκεί την ανασκόπηση όχι μόνο του βιβλίου «Οι άγιοι χωρίς μάσκα», αλλά και του άκρως προπαγανδιστικού οδοιπορικού του Θ. Κορνάρου στην Κίνα του Μάο.

Advertisements

Σχόλια»

1. Το Άγιο Όρος και οι διαφορετικές παρουσιάσεις του « Μέλος της ΝΕ.Ο.Σ (Νεολαία Ορθόδοξου Συναγερμού) - Οκτώβριος 27, 2009

[…] Από τον Expaganus […]

2. Νίκος ο Μετανοείτε - Νοέμβριος 6, 2009

Πολύ ευγενικά τον αντιμετωπίζεις αυτόν τον Κορνάρο… Εμένα μου φαίνεται προκατειλημμένος κι ψεύτης… και σαν να προσπαθεί να κάνει δημοσιογραφική επιτυχία με σκάνδαλα…
Ανέβασα κι εγώ ένα που πιστεύω σε ενδιαφέρει… Δες http://metanoeite.blogspot.com/2009/11/blog-post.html

expaganus - Νοέμβριος 25, 2009

@Νίκο Μετανοείτε, το συνηθίζω να τους αντιμεωπίζω όλους ευγενικά (όσο μπορώ) γιατί θέλω να μοιάζω κι εγώ με μέλισσα! Καθώς το άρθρο που αναφέρω στην «ενημέρωση» (και το οποίο δεν είχα υπόψη μου όταν έγραψα αυτό) είχε πολύ συνταρακτικά στοιχεία για την αμεροληψία του Κορνάρου, το ανέφερα οπότε δίνω στον αναγνώστη και την ευκαιρία να μάθει περισσότερα. Ας το διαβάσει όποιος θέλει και ας βγάλει μόνος του συμπέρασμα για την αντικειμενικότητα του ανδρός…

Υ.Γ. Το είδα αυτό που ανέβασες και δεν έχω λόγια…


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: