jump to navigation

Τι είναι και τι δεν είναι σταυρός στην οικογένεια Οκτώβριος 16, 2011

Posted by expaganus in Ορθοδοξία, Σύγχρονα προβλήματα, Τα δυο φύλα στον Χριστιανισμό.
Tags: , , , , ,
3 Σχόλια

Απαντά ο π. Βασίλειος Θερμός σε ερώτηση ακροατή της εισήγησής του με τίτλο «Εφηβεία, μια παρεξηγημένη ηλικία» στο Νεανικό Επιμορφωτικό Όμιλο Σύρου.

Ερώτηση: Πιστεύετε ότι χρειάζεται κάποιος να σταυρωθεί, να σταυρώνεται καθημερινά μέσα στο γάμο, μέσα στην κοινωνία, μέσα στην ιστορία περιμένοντας την ανάστασή του ή προς το τέλος της ζωής, στη μετά θάνατον ζωή;

Απάντηση. Εγώ θα ήθελα να μεταθέσω λίγο το κέντρο βάρους της ενδιαφέρουσας ερωτήσεώς σας, από το πότε έρχεται η ανάσταση στο πώς νοούμε τη Σταύρωση. Θα πάω πιο πριν, διότι η εμπειρία μου είναι ότι γίνεται πολύ κακή χρήση της έννοιας και του όρου της Σταυρώσεως και του Σταυρού μέσα στις οικογένειες. Ας μη ξεχνάμε από πού δανειστήκαμε αυτή τη λέξη, τη δανειστήκαμε από το Σταυρό του Χριστού, ο οποίος αποτελεί το πρότυπο του πάθους και του πόνου ενός απολύτως αναμάρτητου, δηλαδή απολύτως αναίτιου γι’ αυτό που του συνέβαινε. Θεωρώ λοιπόν ότι *μπορεί να χρησιμοποιεί τον όρο Σταυρός κάποιος για μια κατάσταση και να πει «είναι ο Σταυρός μου» όταν ο ίδιος είναι απολύτως αμέτοχος και αναίτιος σ’ αυτό που του συμβαίνει.* Το να πεθάνει ξαφνικά ο σύντροφος είναι σταυρός, ή όταν αρρωστήσει βαριά, πράγμα που θα επιβαρύνει και τον άλλο επίσης, είναι σταυρός για τον άλλον ή αντίστοιχες καταστάσεις με τα παιδιά κτλ ή με την προσωπική μας υγεία ή ένα άλλο θέμα σοβαρό της ζωής μας. Το να ονομάζουμε όμως σταυρό, όπως συμβαίνει συνήθως, μια κατάσταση κακής συμπεριφοράς του συζύγου ή της συζύγου στην οποία εγώ έχω το 50 ή 60 ή 70%, συμμετέχω σ’ αυτή και υποδαυλίζω αυτή την κατάσταση, αυτό όχι απλώς είναι λάθος αλλά είναι και βεβήλωση της έννοιας του Σταυρού.
Η πείρα στις σχέσεις των ζευγαριών δείχνει ότι είμαστε σε πολύ μεγάλο βαθμό υπαίτιοι για την κακή συμπεριφορά του άλλου, χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Είναι αυτό που είπα πριν για την κρίση στο γάμο, όπου ο άλλος γίνεται ο εχθρός μας και του τα φορτώνουμε όλα. «Αυτός είναι έτσι, καλά έχω κι εγώ κάτι λίγο, αλλά αυτός ο άνθρωπος είναι προβληματικός, είναι και από το χαρακτήρα του» και μπορεί η δική μου τάση να είναι τέτοια που να τον εξοργίζει τον άλλο, να τον πνίγει, να τον φέρνει σε αδιέξοδα και αντιδρά με τον τρόπο που έμαθε να αντιδρά, με φωνές, με θυμό, με βρισιές κτλ. Λοιπόν, είναι μεγάλο το θέμα για να το αναλύσουμε τώρα με παραδείγματα, πώς μπορεί εμείς να συντελούμε στην κατάσταση του άλλου, αλλά απλώς το λέω για να το κρατήσουμε. Μην είμαστε εύκολοι να ονομάζουμε κάτι Σταυρό. Από τη στιγμή που θα αφαιρέσουμε μερικές τέτοιες περιπτώσεις, δεν μιλάμε συνακόλουθα για Ανάσταση ή μιλάμε αλλά αν μεταθέσουμε εκεί την έννοια του Σταυρού τότε ξέρετε ποιος είναι ο Σταυρός μας; Ο Σταυρός μας είναι να μπορέσουμε να ανακαλύψουμε εμείς τι μας συμβαίνει, ο Σταυρός είναι να διορθώσουμε εμείς το χαρακτήρα μας. Εκεί ταιριάζει με την έννοια του Σταυρού περισσότερο γιατί τον χαρακτήρα μας δεν τον δημιουργήσαμε εμείς, αλλά τότε όμως αλλάζει το κέντρο βάρους και δεν λέμε «ο Σταυρός μου είναι ο σύντροφός μου», λέμε «ο Σταυρός μου είμαι εγώ, μ’ αυτά που έχω, τα κουσούρια που έχω».
Οι άγιοι αυτό το φρόνημα είχαν. Οι άγιοι είχαν τη νοοτροπία ότι ζουν μέσα στον παράδεισο και ότι μόνο αυτοί είναι το πρόβλημα, μόνο αυτοί έχουνε πάνω τους αμαρτίες και πάθη. Απέχουμε εμείς απ’ αυτό, αλλά τουλάχιστον ας μην χρησιμοποιούμε τη λέξη Σταυρός σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Εάν δούμε σαν Σταυρό αυτά τα ζητήματα τότε θα ακολουθήσει Ανάσταση οπωσδήποτε και η Ανάσταση μπορεί να μην έχει τη μορφή μιας θεαματικής αλλαγής στο χαρακτήρα ή στις σχέσεις του ζευγαριού, που καμιά φορά την έχει κι αυτή τη μορφή, αλλά μπορεί να είναι αυτή η ήρεμη και διαρκής γλυκιά παρηγοριά και βοήθεια και στήριξη που η χάρη του Θεού στέλνει.

Πηγή: «Για τη ζωή και την οικογένεια», Νεανικός Επιμορφωτικός Όμιλος Σύρου, Σύρος, άνοιξη 2000, σελ. 135-136

Advertisements

Περί γενετησίου ενστίκτου Φεβρουαρίου 7, 2011

Posted by expaganus in Ορθοδοξία, Σύγχρονα προβλήματα, Τα δυο φύλα στον Χριστιανισμό.
Tags: , , , , , ,
add a comment

Περί γενετησίου ενστίκτου
(Ιερομονάχου Διονυσίου Βογλού)

Πλήθυνε ο αιώνας που διανύουμε σε πόνο, δάκρυ, αγωνία, στέρηση, αφόρητη συναισθηματική συναλλαγή, τραγική αντικειμενοποίηση του ανθρώπου. Η αρχική αναζήτηση της ελευθερίας οδήγησε στην καταπάτησή της, η ίδια ελευθερία έγινε νεκρόψυχος δεσμός του ανθρώπου. Ο άνθρωπος αισθάνεται μια λυσσαλέα ανάγκη να ζήσει χωρίς το βάρος της προσωπικής του ευθύνης, την οποία ασύστολα φόρτωσε στην πλάτη της φύσεως.
Έτσι το πολύ πλήθος τρέχει ασυγκράτητο στην πολλά υποσχόμενη ψευδαίσθηση της απελευθέρωσης της γενετήσιας ορμής, τόσο για να αντισταθμίσει τον πόνο που έχει μέσα του, όσο και για να αισθανθεί ελεύθερο από τις υποσχέσεις που (φαινομενικά) στενεύουν τους ορίζοντες προοπτικής. Ζώντας χωρίς Χριστό αδυνατεί να δώσει στην γενετήσια ορμή την αληθινή της διάσταση, αλλά την ιεροποιεί και ωραιοποιεί. Την κάνει σκοπό της ζωής, χωρίς αυτήν αισθάνεται αλλοτριωμένος από τη ζωή, το άλλο φύλο, αυτοαμφισβητείται, γεμίζει ανασφάλεια.
Για να βάλει κανείς τη γενετήσια λειτουργία στην σωστή της διάσταση και προοπτική, θα πρέπει να ξεκινήσει ίσως από τον πρωτόπλαστο. Άλλωστε ως βιολογική λειτουργία, από εκεί έχει την αρχή της. Η εντολή του Θεού «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε» δόθηκε μέσα στον παράδεισο. Βέβαια είναι παντελώς άγνωστος ο τρόπος που θα πολλαπλασιάζονταν οι πρωτόπλαστοι μέσα στον παράδεισο αν δεν αμάρταναν. Πάντως δύο δεν θα μένανε. Είναι άγνωστος ο προπτωτικός τρόπος αύξησης του ανθρώπινου γένους σ’ όλους, ακόμα και στους αγίους. Άλλωστε δεν αφορά τον μεταπτωτικό άνθρωπο. Το να γνωρίζει ο άνθρωπος πλέον με ποιον τρόπο θα αυξανόταν το ανθρώπινο γένος αν οι πρωτόπλαστοι παρέμεναν αναμάρτητοι, δεν είναι γνώση σωτηριολογική, δηλ. δε βοηθά στη σωτηρία του. Μ’ αυτή τη γνώση δεν μπορεί να ανέλθει, δεν μπορεί αυτή η γνώση να τον κάνει μέτοχο της θέωσης, συμμέτοχο του Χριστού στην πατρική κληρονομιά. Ο Χριστός, ο Υιός και Λόγος του Πατρός, όταν σαρκώθηκε για τη σωτηρία του ανθρώπου, αποκάλυψε την Αγία Τριάδα και τον άνθρωπο και πρόσφερε σ’ αυτόν ό,τι είναι χρήσιμο για την πορεία του προς την θέωση, στην οικείωση της ζωής της Αγίας Τριάδας, για να μπορέσει ο άνθρωπος να ζει αιώνια μαζί Του. Δεν μίλησε, δεν αποκάλυψε τον τρόπο αύξησης του ανθρώπινου γένους πριν την πτώση του ανθρώπου.
Επίσης, είναι σίγουρο ότι ο γνωστός βιολογικός τρόπος αναπαραγωγής της ανθρωπότητας δεν υπήρχε μέσα στον παράδεισο. Ο γνωστός τρόπος αναπαραγωγής και κατ’ επέκτασιν η οποιαδήποτε χρήση αυτής της λειτουργίας, φυσική, παραφυσική, παραχρηστική ή καταχρηστική, είναι μεταπτωτικό φαινόμενο.
Όταν οι πρωτόπλαστοι έγιναν αυτοεξόριστοι της παραδείσιας μακαριότητας γέννησαν με το γνωστό βιολογικό τρόπο τον Κάϊν. Λέγει η Αγία Γραφή: «Αδάμ δε έγνω την γυναίκα αυτού, και συλλαβούσα έτεκε τον Κάϊν» (Γέν. 4:1). Όταν λέγει η Γραφή «έγνω» εννοεί ότι γνώρισε αυτήν σεξουαλικά.
Όταν λοιπόν ο Χριστός εξέβαλλε του παραδείσου τον αμαρτωλό πλέον άνθρωπο για να μη γίνει το κακό αθάνατο και βασανίζει αυτόν (τον άνθρωπο) αιώνια, τον ενέδυσε με τους δερμάτινους χιτώνες ώστε να μπορέσει ο άνθρωπος να επιβιώσει, μέχρις ότου δια του Χριστού εισέλθει στην θέωση. Είπε ο Χριστός στη γυναίκα και στον άνδρα: «εν λύπαις τέξη τέκνα…» (Γέν. 3:16-21). Οι δερμάτινοι χιτώνες δόθηκαν ως φάρμακο κατά του θανάτου αφού ο άνθρωπος, αντί της μετά του Θεού αθανασίας, επέλεξε τον θάνατο χωρίς Θεό.
Εάν δεν πολλαπλασιάζονταν οι πρωτόπλαστοι μετά την πτώση, θα πέθαιναν, και το ανθρώπινο γένος θα εξαφανιζόταν• έτσι ο ανθρωποκτόνος διάβολος θα πετύχαινε τη δική του ανυπαρξία, ο δε άνθρωπος θα έχανε κάθε διέξοδο από το αδιέξοδο, η οδός προς την αθανασία και τη θέωση θα έμενε αδιάβατη. Γι’ αυτό η Αγία Τριάδα προσφέρει στο γένος των ανθρώπων τους δερμάτινους χιτώνες, ένας εκ των οποίων είναι ο γνωστός βιολογικός τρόπος αύξησης της ανθρωπότητας. Αλλά επειδή οι δερμάτινοι χιτώνες έχουν την αρχή τους στον θάνατο, είναι διφυείς• νικούν τον θάνατο, αλλά και δίνουν τροφή στον θάνατο, τον συντηρούν. Έτσι και η γνωστή βιολογική λειτουργία της γενετήσιας ορμής, ο γνωστός τρόπος αυξήσεως νικά μεν τον θάνατο, καθ’ ότι στο πρόσωπο των απογόνων ζει το ανθρώπινο γένος, αλλά συγχρόνως δίνει τροφή στο θάνατο γιατί και τα παιδιά θα τα κυριεύει ο θάνατος, αφού τον θάνατο δεν μπορεί κανείς να τον νικήσει μόνο με τις δικές του δυνάμεις. Γι’ αυτό, η σεξουαλική νίκη κατά του θανάτου είναι πύρρεια.
Στην αιωνιότητα όπου ο άνθρωπος θα εισέλθει εξ’ αιτίας της ανάστασης του Χριστού, οι δερμάτινοι χιτώνες καταργούνται. Η βιολογική γενετήσια λειτουργία καταργείται αφού ο Χριστός με την σταυρική Του θυσία και ανάσταση ζωοποίησε τον θάνατο κι ο θάνατος έπαψε να είναι ανίκητος, έγινε πέρασμα. Γι’ αυτό ο Χριστός, όταν τον ρωτούν οι Σαδδουκαίοι, λέγει ότι στην αιωνιότητα οι άνθρωποι θα ζουν όπως οι άγγελοι (Ματθ. 22:23-30). Με άλλα λόγια, το σεξ είναι φάρμακο κατά του θανάτου, και εφ’ όσον στην αιωνιότητα δεν υπάρχει θάνατος, παύει κι αυτό να λειτουργεί. Απλά το ανθρώπινο σώμα δεν εξυπηρετεί προς την κατεύθυνση του σεξ.
Το μεγαλείο της αγνείας, της παρθενίας, ασχέτως αν οι περισσότεροι άνθρωποι αδυνατούν να εφαρμόσουν αυτή την αρετή, έγκειται στο γεγονός ότι ο κατά Χριστόν ουσιαστικά παρθένος στη διάνοια, στην ψυχή και στο σώμα, νικά τον θάνατο ολοσχερώς. Διότι αυτός, ζώντας εν Χριστώ και φτάνοντας ήδη από την παρούσα ζωή στην θέωση, στην ένωση μετά του Τριαδικού Θεού, έχει νικήσει το θάνατο ο ίδιος. Διότι ο Χριστός δεν αφήνει να πεθάνει αυτόν που είναι ενωμένος μαζί Του – κι αν πεθάνει, όταν πεθάνει δεν θα πεθάνει. Ο θεωμένος άνθρωπος έχει οικειωθεί τη ζωή του Χριστού κατά χάριν, γίνεται κύριος του θανάτου• π.χ. ο Μέγας Βασίλειος, ο άγιος Ιωάννης, γέροντας του αγίου Δωροθέου, οι οποίοι πέθαναν μόνο όταν το θέλησαν. Άλλωστε, ό,τι ο Χριστός αγιάζει, ό,τι προσλαμβάνει, αφθαρτοποιείται. Ο εν Χριστώ παρθένος λοιπόν, επειδή δεν αφήνει απογόνους, δεν δίνει τροφή στο θάνατο. Ο ίδιος είναι ζωοποιημένος, χριστοειδής, απογόνους δεν αφήνει ώστε να προσφέρει ζωή στο θάνατο, έχει νικήσει αυτόν καθ’ ολοκληρίαν. Αυτός ο άνθρωπος είναι ουσιαστικά επίγειος άγγελος και ουράνιος άνθρωπος. Γι’ αυτό οι Πατέρες της Εκκλησίας χαρακτηρίζουν την πορνεία ως πτώση, καθ’ ότι ο πόρνος μένει δέσμιος του θανάτου και της φθοράς. Η αγιοπνευματική κατάσταση της παρθενίας προέρχεται τελικά από την παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Σ’ αυτήν ακριβώς τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος πρέπει να προσαρτηθούν οι συστάσεις του Αποστόλου Παύλου: «Τούτο γαρ εστι θέλημα του Θεού, ο αγιασμός υμών, απέχεσθαι υμάς από της πορνείας, ειδέναι έκαστος υμών το εαυτού σκεύος κτάσθαι εν αγιασμώ και τιμή, μη εν πάθει επιθυμίας» (Α’ Θεσ. 4:3 εξ.). Ίσως αξίζει εδώ να μνημονευθεί ότι μια πόρνη κάθεται πάνω στο θηρίο (Αποκ. 17), ενώ τα γνήσια τέκνα της Εκκλησίας ακολουθούν το Χριστό, γιατί έζησαν με παρθενία (Αποκ. 14:4).
Όταν ο Υιός και Λόγος του Πατρός έλαβε ανθρώπινο σώμα δια της αειπαρθένου Παναγίας, δεν το έλαβε με τον γνωστό βιολογικό τρόπο. Όχι γιατί περιφρονεί τον ανθρώπινο τρόπο αύξησης ή τη γενετήσια ορμή, αλλά γιατί ως Θεός κατά φύσιν δεν είχε ανάγκη των δερματίνων χιτώνων, γι’ αυτό ούτε πήγε κάπου να σπουδάσει ούτε έκανε σεξ. Αν χρησιμοποιούσε τους δερμάτινους χιτώνες τότε θα ήταν δέσμιος του θανάτου. Ο θάνατος θα ήταν αθάνατος αφού ο Χριστός ό,τι προσέλαβε το αφθαρτοποίησε. Επίσης δεν θα μπορούσε να σταυρωθεί, να ελευθερώσει τον άνθρωπο, να αναστηθεί και να αναστήσει την ανθρωπότητα, να χαρίσει την ζωή στον άνθρωπο.
Ο σταυρωμένος και αναστημένος Υιός του Πατρός, ο Χριστός δεν έζησε όπως οι Ιουδαίοι ραββίνοι, οι οποίοι έπρεπε να νυμφεύονται. Η αληθοφανής αγαμία των Εσσαίων (Κουμράν) συνέβαλε στον περιορισμό του σκανδάλου που θα μπορούσε να προκαλέσει η παρθενία του Ιησού. Η παρθενία στον Χριστό δεν ήταν ένας στείρος ασκητισμός εχθρικός προς την γυναίκα. Μπορεί κανείς να καταλάβει τα κίνητρα αυτής της παρθενίας στη δήλωση: «Εισίν ευνούχοι οίτινες ευνούχισαν εαυτούς δια την βασιλείαν των ουρανών». Ένα τέτοιο πρόγραμμα ζωής, που αποτελεί πρόσκληση στον «δυνάμενο χωρείν», δεν γίνεται κατανοητό παρά μόνο σε σχέση με τη νέα πραγματικότητα, η οποία αποκαλύπτεται με τον Χριστό: ο ερχομός της βασιλείας της Αγίας Τριάδας, όπου εισέρχεται κανείς ακολουθώντας Τον. Η είσοδος σ’ αυτή την ένωση με την Αγία Τριάδα μπορεί να οδηγήσει σ’ ένα ξεπέρασμα των δερματίνων χιτώνων και της εντολής της δημιουργίας, προσδίδοντας ερωτικό νόημα στη θεληματική εγκράτεια.
Όσοι λοιπόν πιστεύουν ότι το σεξ, η χρήση ή η παράχρησή του, είναι φυσικά στον άνθρωπο, κάνουν λάθος. Φυσική κατάσταση του ανθρώπου είναι ο Αδάμ πριν από την αμαρτία, παραφυσική είναι ο Αδάμ μετά την πτώση, έξω από τον παράδεισο, υπέρ φύσιν είναι η ζωή με τον Χριστό εν Αγίω Πνεύματι. Η αγιοπνευματική ζωή με τον Χριστό είναι ασυγκρίτως ανώτερη από τη φυσική ζωή του Αδάμ. Είναι ο τρόπος ζωής στον οποίο ο Αδάμ προσκλήθηκε να συμμετάσχει, αλλά αυτός απέτυχε. Είναι ουσιαστικά ο τρόπος ζωής που ταιριάζει στην ανθρώπινη φύση. Αυτός λοιπόν που πιστεύει ότι το σεξ είναι φυσιολογικό είναι αυτός που δεν επιθυμεί ή αδυνατεί να συμμετάσχει στη ζωή της αιωνιότητας. Αμαρτία είναι η εγκατάλειψη στην αδυναμία κι αυτός, αντί να ταπεινωθεί ως αδύναμος και να ζητήσει τη βοήθεια του Θεανθρώπου, δικαιολογεί την αδυναμία του κατηγορώντας ή συκοφαντώντας τον Χριστό ως άδικο, ως απάνθρωπο, και την Εκκλησία ως αναχρονιστική. Έτσι ούτε στην Εκκλησία Του εισέρχεται ούτε με τον Χριστό επιθυμεί να έχει αγαπητική σχέση. Αντίθετα, διατηρεί με τον Εσταυρωμένο Θεάνθρωπο σχέση αδιαφορίας ή αντιπαλότητας. Αν όμως περάσει στην αιωνιότητα με τέτοια ψυχική κατάσταση, πως εκεί θα αγαπήσει τον ταπεινό Χριστό, την πραεία Αγία Τριάδα; Πως θα επιβιώσει μέσα στην αγάπη;
Αυτός (που φέρεται έτσι) είναι πλέον βέβαια ότι θα κάνει το σεξ σκοπό της ζωής του και τότε θα έχει πρόβλημα στην αιωνιότητα, επειδή εκεί το σώμα, ως εκφραστικό μέσο της ψυχής του, δεν θα τον εξυπηρετεί προς αυτή την κατεύθυνση. Η ψυχή του θα ηδονίζεται, θα επιθυμεί να κάνει σεξ αλλά το σώμα θα μένει ακίνητο και έτσι ο απραγματοποίητος πόθος σημαίνει αβάσταχτος πόνος. Βέβαια πόνος σημαίνει κόλαση.
Αυτός που κάνει το σεξ σκοπό της ζωής του και γι’ αυτό δεν επιτρέπει στον εαυτό του να το αποχωρισθεί, ουσιαστικά το θεωρεί ως αξία απόλυτη πάνω από το Χριστό, αφού προτιμά την ανυπακοή από την υπακοή προς τον Χριστό που τον προτρέπει σε εγκράτεια. Τον γράφει στα παλιά του παπούτσια και του λέγει «κάνεις λάθος». Τον βρίζει, αν όχι με το στόμα, αλλά με τις πράξεις αυτό δείχνει. Διότι Θεός που κάνει λάθος (όπως αυτός πιστεύει) δεν είναι Θεός. Κι ο Χριστός είπε ότι αν ο άνθρωπος στην συνείδησή του τοποθετεί ο,τιδήποτε πάνω από τον Χριστό, δεν μπορεί να είναι γνήσιος μαθητής Του (Ματθ. 10:37). Για τους γνήσιους ακολούθους Του λέγει: «ίνα όπου ειμί εγώ, και υμείς ήτε» (Ιωάν. 14:3). Ο Χριστός είναι στον παράδεισο ως κτήτοράς του, αυτός που δεν μπορεί να ζήσει με τον Χριστό, που θα υπάγει;
Στον παράδεισο είναι αδύνατον να υπάγει. Εκεί η ζωή με τον Χριστό είναι ελευθερία, δεν υπάρχει καταπίεση ή πειθαρχία, αλλά μόνο αγαπητικές σχέσεις με την Αγία Τριάδα και τους συνανθρώπους. Ο Χριστός ποτέ δεν λειτουργεί ως εξουσία. Εφ’ όσον λοιπόν υπάρχει ελευθερία στον παράδεισο, ο άνθρωπος του σεξ κυνηγά όλες τις άγιες γυναίκες που θα συναντήσει εκεί. Γι’ αυτό πηγαίνει στην κόλαση, όπου εκεί δεν μπορεί να κάνει όσο κακό θέλει να κάνει. Η κόλαση είναι αδιέξοδη, είναι το αδιάβατο όριο του κακού.
Άλλος πιστεύει ότι μέσω του σεξ διατηρείται η αγάπη ή ότι αν αγαπά κανείς κάποιον πρέπει να κάνει σεξ με αυτόν. Γεννιέται το ερώτημα: Αν κάποιος αγαπά κάποιον, θα πρέπει να κάνει σεξ μαζί του για να αποδείξει την αγάπη του; Όχι βέβαια. Αν κάποιος αγαπά κάποιον άντρα θα πρέπει να κάνει σεξ μαζί του; Αν το πρόσωπο της αγάπης είναι παιδί, τότε τι θα πρέπει να γίνει; Αγάπη νομίζω είναι η αγαθή διάθεση της ψυχής, κατά την οποία κάποιος δεν προτιμά κανένα από τα υλικά πράγματα μπροστά στην ευτυχία του πλησίον. Και είναι αδύνατον να αποκτήσει την αγάπη αυτή εκείνος που προσηλώνεται με πάθος στην υλική επιφάνεια του προσώπου• δηλαδή στο σώμα. Άλλωστε είναι γνωστά στα γνήσια παιδιά της Εκκλησίας ότι την αγάπη γεννά η καθαρότητα, την καθαρότητα γεννά η υπομονή και η μακροθυμία, αυτές δε τις γεννά η εγκράτεια που τις περιέχει. Αυτός που είναι εγκρατής υπομένει τις θλίψεις, ενώ αυτός που υπομένει τα θλιβερά έχει την ελπίδα του προς τον Χριστό. Η ελπίδα προς τον αναστημένο Υιό του Πατρός απομακρύνει το νου από κάθε προσήλωση στην υλική επιφάνεια των όντων, αφού δε απομακρυνθεί ο νους από αυτή την προσήλωση, θα έχει την πραγματική αγάπη προς τον άλλο, που είναι κραταιά ως ο θάνατος.
Κάποιος λέγει ότι το σεξ διατηρεί τον έρωτα. Αντίθετα η πραγματικότητα δείχνει ότι το σεξ σκοτώνει τον έρωτα. Κάθε έρωτας, είτε απευθύνεται προς την Αγία Τριάδα είτε προς το άλλο φύλο, βρίσκει την πλήρη έκφρασή του στην ένωση. Άλλωστε γι’ αυτό κάποιος παντρεύεται, για να είναι πάντοτε μαζί με τον άλλον που ερωτεύθηκε έστω και φευγαλέα. Αφού λοιπόν ο έρωτας βρίσκει την πλήρη έκφρασή του στην ένωση, όταν πραγματοποιηθεί αυτή δια του σεξ, ο έρωτας έχει εξαντλήσει τα όριά του, δεν έχει άλλο τίποτα να δώσει. Αυτός λοιπόν που μένει προσκολλημένος στο σεξ, ως μοναδική ή ύψιστη εκδήλωση του έρωτα, χάνει τον έρωτα, την τρυφερότητα, την στοργή, τον σεβασμό του προσώπου του άλλου, και μετά έρχεται ως συνέπεια η φθορά της ερωτικής διάθεσης. Γι’ αυτό όλες οι προγαμιαίες σχέσεις φθείρονται, καταστρέφονται, τις διαδέχεται πολλές φορές το μίσος. Αρχίζουν οι νέοι, π.χ. να ερωτεύονται και να έχουν προγαμιαίες σχέσεις στα δεκάξι τους χρόνια, αλλά στην ηλικία των τριάντα παντρεύονται άλλον, αφού έχουν αλλάξει ερωτικό σύντροφο πέντε – δέκα φορές. Που είναι ο έρωτας; Έρωτας είναι η παρατεταμένη αγάπη. Η αγάπη που διατηρείται στο χρόνο δεν γεννά τον έρωτα, είναι έρωτας.
Βέβαια και μέσα στο γάμο υπάρχουν οι καταστροφικές παρενέργειες του σεξ. Μέσα στο γάμο υπάρχει το σεξ. Άλλωστε δι’ αυτού συνεργαζόμενος ο άνθρωπος με το Θεό αφήνει απογόνους, νικά τον θάνατο, και γι’ αυτό αισθάνεται ολοκληρωμένος. Αλλά στον γάμο ο Χριστός δεν ευλογεί το σεξ, όπως νομίζουν πολλοί, αλλά την ερωτική ένωση με σκοπό την υπέρβαση των δερματίνων χιτώνων. Την σωματική ένωση η Εκκλησία την προσφέρει ως προϋπόθεση. Ακούγεται κατά τη διάρκεια του μυστηρίου: «καταλείψει άνθρωπος τον πατέραν αυτού και την μητέρα, και προσκολληθήσεται προς την γυναίκα αυτού, και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν, ώστε ουκέτι εισί δύο, αλλά μία σαρξ» (Μαρκ. 10:7-8). Αυτό σημαίνει ότι και σεξ να μην υπάρξει, ήδη κατά Χριστόν είναι κανείς ένα σώμα με το ταίρι του. Γι’ αυτό ο βαθμός συγγενείας μεταξύ των συζύγων είναι μηδέν. Κανείς δεν είναι συγγενής του εαυτού του.
Ο Χριστός όταν έρχεται να τελέσει το μυστήριο του γάμου, καθαγιάζει την οικογένεια, προσφέρει τη δυνατότητα της μεταστροφής που υπογραμμίζει την αξία του χαμένου ιδανικού. Δεν αποδέχεται το γάμο ως αδυναμία του αμαρτωλού. Δεν αρκείται να επαναφέρει το γάμο στην αρχική τελειότητα, που είχε αμαυρώσει η ανθρώπινη αμαρτία. Τοποθετεί αυτόν σε νέα βάση που του παρέχει την πραγματική του σημασία μέσα στη βασιλεία της Αγίας Τριάδας. Η άρρηκτη ένωση της Εκκλησίας με τον Χριστό και η θυσιαστική αγάπη Του για την Εκκλησία, που την τελείωσε (τελειοποίησε) με το αίμα Του, αποτελούν το ζωντανό πρότυπο προς το οποίο τείνουν να ομοιωθούν οι σύζυγοι. Η γενετήσια ορμή γίνεται τώρα αποδεκτή μέσα στο φως της Αναστάσεως που τη μεταμορφώνει: «Οι άνδρες αγαπάτε τας γυναίκας εαυτών, καθώς ο Χριστός ηγάπησε την Εκκλησίαν» (Εφ. 5:25). Το βάρος πέφτει στο «καθώς»• δηλ. με το αίμα Του, με την σταύρωσή Του. Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος μέσα στο γάμο θα πρέπει να θυσιάζεται. Δι’ αυτής της θυσίας συσταυρώνεται με τον Χριστό και έτσι δύναται να συναναστηθεί μαζί Του.
Η Εκκλησία λοιπόν ως φιλόστοργη μητέρα βάζει τον Χριστό μέσα στη γαμική ένωση. Ο Χριστός ελεύθερα εισβάλλει μέσα στην Ιστορία με την τέλεση του μυστηρίου για την αγάπη των τέκνων της Εκκλησίας. Αν το ζευγάρι ζει κατά Χριστόν μαζί με τον Χριστό, πιασμένο από το χέρι Του, τρώγοντας το σώμα Του και πίνοντας το αίμα Του, συμμετέχοντας στο τραπέζι που Αυτός ετοιμάζει, οι παρενέργειες του σεξ παύουν να υπάρχουν.
Η Εκκλησία λοιπόν δεν ευλογεί τις προγαμιαίες σχέσεις, γιατί αυτές δεν έχουν Χριστό μέσα τους. Ούτε καν έρωτα δεν έχουν. Δημιουργούν ψευδαίσθηση έρωτος αλλά καταλήγουν στην εκμετάλλευση του πλησίον. Κάνουν τον άνθρωπο να βλέπει το συνάνθρωπό του ως αντικείμενο από το οποίο θα πάρει ηδονή. Είναι παρατηρημένο ότι κανείς δεν πηγαίνει να κάνει σεξ για να προσφέρει στον άλλον ευχαρίστηση αλλά μόνον για να πάρει. Εκμεταλλεύεται το σώμα του άλλου όπως και ο πλούσιος. Ο ένας εκμεταλλεύεται τον πλησίον για το χρήμα και ο άλλος για την ηδονή. Γι’ αυτό και ο ένας και ο άλλος δύσκολα θα εισέλθουν στην βασιλεία της Αγίας Τριάδας.
Αυτός που πιστεύει ότι είναι απαραίτητο να δημιουργήσει προγαμιαίες σχέσεις μολύνει την ψυχή του και την ψυχή του άλλου. Γίνεται ο ίδιος αντικείμενο εκμετάλλευσης και εκμεταλλεύεται. Δια της πράξεως εγχαράσσεται μέσα του το είδωλο της αμαρτίας, και πολεμείται πλέον μόνος του, βάσει της λειτουργίας του συνειρμού και της αναπλάσεως. Γι’ αυτό είτε βλέπει είτε δεν βλέπει το άλλο φύλο, το φαντάζεται μόνος του – είτε το θέλει είτε δεν το θέλει. Αυτό το είδωλο υπάρχει πάντα μέσα του και δεν εξαλείφεται παρά μόνο με την συχνή εξομολόγηση, προσευχή, νηστεία. Βλέπει τον άλλον μόνο μέσα από τη σεξουαλική πράξη.
Επίσης, τα είδωλα των προγαμιαίων σχέσεων τον εμποδίζουν να δημιουργήσει υγιείς γαμικές σχέσεις με τον έρωτά του. Γιατί όλοι αυτοί που πέρασαν από τη ζωή του είναι μέσα του, υπάρχουν. Φέρει μέσα του ο,τιδήποτε έζησε με τους άλλους κι έτσι τον καινούργιο έρωτά του, συνειδητά ή ασυνείδητα, τον συγκρίνει με τους άλλους. Οι άλλοι είναι πάντοτε παρόντες. Έτσι αδυνατεί να γνωρίσει πραγματικά το ταίρι του, να το κατανοήσει, να το αξιολογήσει, το αδικεί. Π.χ. αν κάποιοι τον διώξανε, φοβάται ότι και το ταίρι του θα τον διώξει. Οι γυναίκες λένε «όλοι οι άντρες θέλουν σεξ», ή, «όλες οι γυναίκες είναι καλές μόνο για το κρεβάτι»• έτσι, αν ο ένας για κάποιο λόγο δεν μπορεί να κάνει σεξ, ο άλλος σκέπτεται «με απατά», γιατί και ο (η) πρώην τα ίδια έκανε. Έτσι κατακρίνει τον νυν και τον αστυνομεύει, ενώ δεν υπάρχει αιτία. Ή προσφέρει μόνο το σώμα του για να κρατήσει τον νυν κοντά του – για κατανόηση του ψυχικού κόσμου του άλλου ούτε σκέψη δεν υπάρχει. Απομονώνεται από τον άλλον και οδηγείται στην ατομοκρατία, την φιλαυτία, που είναι μητέρα των κακών. Διότι απ’ αυτήν γεννιούνται τα τρία πρωταρχικά και μανιώδη πάθη• δηλαδή της γαστριμαργίας, της φιλαργυρίας και της ματαιοδοξίας. Αυτά τα πάθη λαμβάνουν τις αφορμές της κακίας από τις δήθεν απαραίτητες σωματικές ανάγκες, από τις οποίες γεννιέται όλος ο κατάλογος των κακών. Το πάθος της φιλαυτίας υποκινεί τον άνθρωπο να ασχολείται υπερβολικά με το σώμα και να του παρέχει περισσότερες απ’ όσες πρέπει τροφές και διασκεδάσεις, τάχα για να ζήσει τη ζωή του, τάχα για να ελκύσει τον άλλον να ενδιαφερθεί, τάχα για να διώξει την ανία, ώστε παρασυρόμενος σιγά-σιγά, να πέσει στον απύθμενο λάκκο της φιληδονίας, της ικανοποιήσεως των επιθυμιών σε βάρος του πλησίον.
Ο φίλαυτος όμως δεν μπορεί να αγαπήσει κανέναν και τίποτα. Αδυνατεί να αγαπήσει γιατί στην ξέφρενη πορεία για την ικανοποίηση των επιθυμιών του θα συγκρουσθεί και με τους καλούς και τους κακούς. Με τους κακούς, γιατί αυτοί διεκδικούν μερίδιο από τις ηδονές, με τους εναρέτους, γιατί αυτοί με τον τρόπο ζωής των δημιουργούν σ’ αυτόν αισθήματα ενοχής και φθόνου. Έτσι, όπως ακριβώς τις μέρες διαδέχονται οι νύχτες και τα καλοκαίρια οι χειμώνες, την ηδονή διαδέχεται η λύπη και η στεναχώρια. Αυτός όμως ζώντας χωρίς το Χριστό και τη χαρά που Εκείνος προσφέρει, καταφεύγει πάλι στην εκμετάλλευση των όντων ώστε να πάρει ηδονή από αυτά, η ηδονή οδηγεί στη στεναχώρια κ.λπ. Ο φαύλος κύκλος περισφίγγει τον άνθρωπο και η αμαρτία ζει και ο άνθρωπος πεθαίνει.
Ο δέσμιος της φιλήδονης φιλαυτίας, για να δικαιολογήσει την αδυναμία του, την εγκατάλειψή του στην ευκολία, θα μεταθέτει τη γενετήσια ορμή ακόμα και στους κόλπους της θεότητας. Αδυνατεί να πιστέψει πως ο Υιός γεννάται εκ του Πατρός χωρίς τη γενετήσια ορμή. Θα αρνηθεί τον τρόπο σαρκώσεως του Υιού εκ της αειπαρθένου Μαρίας. Απίστευτο γι’ αυτόν το πως η παρθένος μένει παρθένος μετά τη γέννηση. Θα πει ότι η Παναγία είχε σεξουαλικές σχέσεις με τον Ιωσήφ. Ο Χριστός δεν έζησε με παρθενία. Οι άγιοι δεν είναι άγιοι. Η Εκκλησία είναι απάνθρωπη. Έτσι φτάνει μέχρι τη βλασφημία και ιεροποιεί την γενετήσια ορμή.
Γι’ αυτό ο Χριστός, οι Πατέρες της Εκκλησίας, προτρέπουν τον άνθρωπο στην αγνότητα. Αγνότητα δεν είναι κάτι μόνο σωματικό• δεν είναι μόνο, απλώς, η αποχή από το σεξ. Αγνός είναι αυτός ο οποίος σκέφτεται πάντοτε αθώα για τους πάντες και τα πάντα. Τέλος της αγνότητας είναι η θεολογία. Θεολόγος είναι αυτός ο οποίος έχει ενωθεί με το Θεό Λόγο, και τότε ο ανθρώπινος λόγος ενωμένος με το Θεό Λόγο γίνεται θεανθρώπινος λόγος, και ο άνθρωπος από λογικό ον γίνεται θεολογικό. Σ’ αυτή την πνευματική κατάσταση μιλά για τον Θεό μαζί με τον Θεό. Για να φτάσει κανείς σ’ αυτή την αγιοπνευματική κατάσταση πρέπει ο νους να αποκοπεί τελείως από τα σαρκικά και κοσμικά πράγματα και να προσεύχεται (ο νους) απαλλαγμένος από τα υλικά πράγματα και σχήματα του κόσμου. Εκείνος που διατηρεί ακέραια αυτή την κατάσταση, αυτός πραγματικά είναι αγνός.
Όσο λοιπόν πιο εγκρατής είναι κανείς, τόσο καλύτερα. Ο Χριστός, η Εκκλησία, δείχνουν το τέλος που θα έπρεπε να φτάσει ο άνθρωπος. Για την πορεία προς αυτό το τέλος υπάρχει η εξομολόγηση, και ο πνευματικός πατέρας βοηθά τον γνήσιο ακόλουθο του Χριστού να βρει το προσωπικό του μέτρο απέναντι στο Θεό, στο συνάνθρωπο, στον εαυτό του. Ας αγωνιστεί εργαζόμενος τις εντολές να βρει το μέτρο του με την εξομολόγηση, τον πνευματικό του και θα συναντήσει τον Χριστό.
Εκείνον τον Σαμψών, η παράλογη επιθυμία της γυναίκας τον έριξε στη φυλακή. Όχι η γυναίκα ως ον, αλλά η πορνεία του, η αχαλίνωτη επιθυμία ικανοποιήσεως της γενετήσιας ορμής. Ο Σολομών από την ίδια κατάχρηση έπεσε. Ο Δαβίδ έφθασε στο αμάρτημα του φόνου, έγινε σκληρός και απάνθρωπος μετά τη μοιχεία του με τη Βηρσαβεέ. Μπορεί να νομίζει λοιπόν κανείς ότι η παράχρηση ή κατάχρηση του σεξ δεν φθείρει τον άνθρωπο ψυχικά, αλλά το παράδειγμα του Δαβίδ πιστοποιεί το αντίθετο.
Ο σώφρονας δεν θα δώσει προσοχή στις κακόφωνες σειρήνες που λένε π.χ. «έφτασες 20 χρονών και είσαι ακόμα παρθένος;» Το λέγει αυτός που έχει υποστεί όλες τις παρενέργειες του σεξ και φθονεί, συνειδητά ή ασυνείδητα, την αγνότητα του άλλου. Θέλει να μην ξεχωρίζει κανείς γιατί καθρεπτίζεται, κι αυτό που βλέπει δεν τον ικανοποιεί καθόλου. Όταν κάποιος στέκεται πραγματικά σ’ ένα επίπεδο, ο άλλος, συνειδητά ή ασυνείδητα, λέγει: «κι εγώ θα ήθελα να ήμουν σαν κι αυτόν αλλά δεν τα έχω καταφέρει». Γι’ αυτό κατηγορεί, συκοφαντεί τον αγνό για να δικαιολογήσει τον τρόπο ζωής του. Εκφράζει το μίσος ή αποστροφή προς τον αγνό για να τον εξουθενώσει, ενώ ουσιαστικά μισεί, περιφρονεί τον δικό του ακόλαστο εαυτό. Γι’ αυτό οι περισσότεροι συκοφαντούν, κατηγορούν τον μοναχισμό, τους μοναχούς.
Ο εραστής της αγνότητας θα αδιαφορήσει για το επιχείρημα που έντονα προβάλλεται από αυτούς που κατέχονται από το σαρκικό φρόνημα, ότι «πρέπει κανείς να τα δοκιμάσει όλα για να τα γνωρίζει όλα». Όταν κανείς κάνει το κακό, χάνει τη γνώση του κακού που κάνει. Το κακό πολεμά το αγαθό καθ’ ολοκληρίαν και ένα από τα αγαθά είναι και η γνώση του κακού. Ο Χριστός, ως Θεός παντογνώστης γνωρίζει το κακό, αλλά δεν έχει εμπειρία του κακού. Δεν κάνει το κακό. Δεν είναι κακός.
Ο χριστοειδής αγωνιστής της αγνότητας θα κρεμαστεί από το ρούχο του Χριστού και δεν θα το αφήσει για να είναι αρεστός στους ανθρώπους. Δεν θα φύγει από τον Χριστό για να μην διωχθεί από την παρέα, την κοινωνία ως αναχρονιστικός. Η ανθρωπαρέσκεια οδηγεί ουσιαστικά στην απιστία προς τον Χριστό. Και σ’ αυτήν ακολουθούν σαν παιδιά η αμέλεια στην κοινή λατρευτική και ιδιωτική προσευχή, ακολουθεί η ακολασία, στη συνέχεια έρχεται η κενοδοξία, η υπερηφάνεια και αυτήν ακολουθεί ο φθόνος, η ζήλεια, ο δόλος, η υποκρισία, η υποκριτική ευλάβεια, η προσωποληψία και η προσπάθεια να παρουσιαστούν όλα αυτά με τη σοφία των λόγων ως καλά ώστε να καλυφθεί η βλάβη τους. Ακολουθεί η πτώχευση της προσωπικότητας, η οποία παραπέμπει στην απελπισία, η οποία οδηγεί στην σκληρότητα, στον σαδισμό.
Ο σαδιστής, ο σκληρόκαρδος συμβουλεύοντας έναν, σκέφτεται κακό εναντίον άλλου. Επαινώντας έναν, κατηγορεί άλλον. Διαβάλλει ανώνυμα, για να καλύψει τη δική του κακολογία. Όταν εγκωμιάζονται ενάρετοι δείχνει την αποστροφή του. Τους προϊσταμένους όταν είναι απόντες τους εξευτελίζει, και όταν είναι παρόντες τους εξυμνεί κατά πρόσωπον. Αυτούς που υστερούν σε παιδεία τους κοροϊδεύει και στους δασκάλους ψάχνει να βρει μομφή, για να δείξει ότι ο ίδιος είναι σοφός. Τις αρετές των άλλων τις λησμονεί περιφρονώντας, ενώ τις ελλείψεις των τις διατηρεί στη μνήμη του. Αναζητά ευκαιρίες να υπηρετεί πρόσωπα ως δούλος, ενώ εξουθενώνει όσους είναι υποδεέστεροι. Κρύπτει τα δικά του κακά με το να ρωτά για τα κακά των άλλων. Με τάφο ανοιχτό μοιάζει ο λάρυγγάς του• με τη γλώσσα του πλέκει δολιότητες. Δηλητήριο φιδιών υπάρχει κάτω από τα χείλη του, και το στόμα του είναι γεμάτο από κακία και κατάρα. Συντρίμματα και δυστυχία σπέρνει στο δρόμο του και δε γνωρίζει το δρόμο της ειρήνης. Τα χέρια του είναι γεμάτα από αίμα : επειδή «εκείνος που μισεί τον αδελφό του είναι φονιάς» (Α’ Ιωάν. 3:15, πρβλ. Ψαλμ. 13:3).
Ο γνήσιος ακόλουθος του Χριστού ξέρει να αγωνίζεται και γιατί αγωνίζεται. Το δικό του πολίτευμα υπάρχει στον ουρανό. Δεν θέλει να μείνει στο παρά φύσιν, ούτε στη φυσική κατάσταση, αλλά αγωνίζεται να ανέλθει στο υπέρ φύσιν, να γίνει θεός κατά χάριν, να μετέχει στις άκτιστες ενέργειες της Αγίας Τριάδας. Ο αγώνας του είναι να έχει κατά χάριν ό,τι έχει ο Θεός κατά φύσιν. Ενωμένος με τον Χριστό να περάσει στην αιωνιότητα. Στην αιωνιότητα θα κινείται μέσα στον άπειρο ορίζοντα της Αγίας Τριάδας, από τον οποίο δεν επιθυμεί να εξέλθει. Γιατί γνωρίζει ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο γλυκό, πιο ωραίο από το πρόσωπο του Χριστού, ώστε να κινηθεί προς αυτό. Και τότε θα υπάρχουν οι ήλιοι, τα φεγγάρια, οι αστέρες, αλλά όλα θα τα καλύπτει το άκτιστο φως του αναστημένου Υιού του Πατρός. Γι’ αυτό λέγει ο Χριστός ότι οι αστέρες δε θα δώσουν το φέγγος τους. Αυτό το φως θα αντανακλάται από τα σώματα των σεσωσμένων. Το ανθρώπινο σώμα θα φεγγοβολεί με το φως του Χριστού, θα έχει διαφάνεια, θα λάμπει περισσότερο από τον ήλιο. Είναι τόσο όμορφος ο Χριστός, είναι πηγή κάθε ομορφιάς, που δεν θα θέλει ο θεωμένος να βλέπει τίποτα άλλο.
Εκεί λοιπόν επιθυμεί να φτάσει ο γήινος ακόλουθος του Χριστού. Και να παντρευτεί, και παιδιά να κάνει, πάνω από τον Χριστό δεν τοποθετεί τίποτα. Πολύ περισσότερο την αχαλίνωτη γενετήσια ορμή. Ο Χριστός είναι το Α και το Ω.
Το να σωθεί κάποιος μόνος του, με τις δικές του μόνο δυνάμεις, είναι αδύνατο, όμως τα πάντα είναι δυνατά στο Χριστό. Ας βιαστεί να εμφανιστεί μπροστά Του με ύμνους, δοξολογίες, συμμετοχή στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Ας πέσει μπροστά Του κι ας κλάψει για την αμαρτία του, για την αδυναμία του. Ας βασισθεί στα λόγια Αυτού που λέγει με τη φωνή του Ησαΐα: «Όταν απομακρυνθείς από το δρόμο Μου και στενάξεις γεμάτος από μετάνοια, τότε θα σωθείς» (Ησ. 30:15). «Μήπως δεν έχει τη δύναμη το παντοδύναμο χέρι του Χριστού να σε σώσει; Ή μήπως έγινε βαρήκοο το αυτί Του ώστε να μην ακούει πλέον; Τα αμαρτήματα χωρίζουν τον άνθρωπο από το Θεό» (Ησ. 59:1-2).

Πηγή: ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΚΑΙ Ο ΚΗΠΟΣ ΤΩΝ ΤΕΡΨΕΩΝ

Κείμενα – μαρτυρίες για τις προγαμιαίες σχέσεις
Εκδόσεις Εγρήγορση Β’ ΕΚΔΟΣΗ Ιούλιος 1999

«Φούστευε και μη ερεύνα» Δεκέμβριος 4, 2009

Posted by expaganus in Γυναίκες, Ορθοδοξία, Σύγχρονα προβλήματα, Τα δυο φύλα στον Χριστιανισμό, κλήρος.
Tags: , , , , , , , , , , , , , ,
22 Σχόλια

Αφιερωμένο στον φίλο Γιώργο

Ένας φίλος μου ζήτησε πρόσφατα τη γνώμη μου για ένα άρθρο με τον ευρηματικό τίτλο «Φούστευε και μη ερεύνα», το οποίο δημοσιεύθηκε στη μαθητική εφημερίδα «Schooligans» (τ. 14 – Μάιος 2009, μπορείτε να το δείτε εδώ). Θέμα του άρθρου τα «κορίτσια που πάνε εκδρομή με το σχολείο τους στα Μετέωρα» και «το ξέρουν» ότι «πριν μπουν στο μοναστήρι, πρέπει να φορέσουν φούστες, έστω και πάνω από το παντελόνι». Στο άρθρο, 7 κορίτσια και 3 αγόρια της Α’ Λυκείου έλεγαν τη γνώμη τους γι’ αυτό. Και όταν είδα τις γνώμες τους, πραγματικά μου έκαναν εντύπωση:

«Παρακαλώ κάποιος να μου εξηγήσει τι το αμαρτωλό έχει ένα τζιν παντελόνι.» έλεγε η Νεφέλη.

«Μπορεί σαν κίνηση να φαίνεται κάτι απλό και μικρό – μια φούστα φοράς για μισή ώρα – αλλά με κάτι τέτοια απλά και μικρά η εκκλησία υποβιβάζει τη γυναίκα και την κάνει να νιώθει κατώτερη. Τη βάζει να κρύψει το σώμα της σαν να έπρεπε να ντρέπεται για αυτό. Και αυτό περνάει υποσυνείδητα και στον κόσμο.» έλεγε η Δάφνη.

«Είχε πολύ πλάκα!» έλεγε η Αναστασία, που πρέπει να ήταν μεγάλο πειραχτήρι, αφού στη συνέχεια ομολόγησε: «Όποτε περνούσε ένας μοναχός, βγάζαμε λίγο το πόδι μας έξω από το σκίσιμο της φούστας για να δει το παντελόνι και να κολαστεί.»

«Εμένα μ’ ενόχλησε η υποκρισία» είπε η Μαρίσα. «Μπήκε μια γυναίκα με τη ζακέτα δεμένη στη μέση πάνω απ’ το παντελόνι και την άφησαν να περάσει, θεωρώντας τη ζακέτα φούστα! Φυσικά έκανα κι εγώ το ίδιο με το μπουφάν μου. Δεν είναι μαλακία όμως αυτό; Ή φοράς φούστα ή δε φοράς!»

«Κοιτάξτε, εγώ είμαι αγόρι οπότε δε φοράω φούστες – στα μοναστήρια τουλάχιστον (χαχαχα)» έλεγε ο Γιώργος. «Πιστεύω όμως ότι όταν βρίσκεσαι σε έναν χώρο ιερό, πρέπει να τηρείς τους κανόνες του. Αλλιώς μην πας! Όταν πηγαίνεις στο τζαμί, γιατί βγάζεις τα παπούτσια σου; Άντε πες στους Μουσουλμάνους «δεν τα βγάζω» και θα δεις τι έχει να γίνει! Και στο κάτω-κάτω γιατί κυρά μου νιώθεις κατώτερη όταν φοράς φούστα; Αμάν πια αυτά τα φεμινιστικά!»

«Εγώ αρνήθηκα να φορέσω φούστα», έλεγε η Σεμέλη. «Το θεωρώ φαλλοκρατικό και προσβλητικό. Και μην ακούσω πάλι αυτή την μαλακία
με τα τζαμιά και τα παπούτσια! Εκεί όλοι βγάζουν τα παπούτσια, και άντρες και γυναίκες! Και εγώ θα τα έβγαζα. Θα το έκανα από σεβασμό σε κάτι ξένο, όπως είναι ο μουσουλμανισμός. Η Ορθοδοξία, όμως, δεν είναι κάτι ξένο, ανήκει και σε μένα. Μου προκαλούν δέος τα λόγια του Χριστού. Και δεν νομίζω ότι θα καθόταν ο Χριστός να ασχοληθεί με τις φούστες. Θα σου έλεγε απλώς «Έλα όπως είσαι».»

«Εγώ δεν είμαι ούτε φανατική χριστιανή, ούτε φανατική φεμινίστρια. Είδα την όλη φάση ως τουρίστρια» έλεγε η Έλενα, που μάλλον είναι πρακτικό πνεύμα. «Έβαλα τη φουστίτσα μου, μπήκα, βγήκα και έβγαλα και ωραίες φωτογραφίες.»

«Εγώ φόρεσα τη φούστα χωρίς να το πολυσκεφτώ» έλεγε η Μελίνα. «Κάτι όμως μου βρωμούσε. Ήταν η ίδια η φούστα! Έλεος! Δεν μπορούν να
τις πλένουν συχνότερα;»

«Οι γυναίκες είναι αχάριστες!» έλεγε ο Νίκος. «Ξεχνάνε ότι πριν 50-60 χρόνια δεν είχαν καθόλου δικαιώματα, τώρα θέλουν να μπαίνουν και με φούστα στο μοναστήρι. Σε λίγο θα ζητάνε να μπουν και στο Άγιο Όρος! Αντί να κάνουν τον σταυρό τους που έχουν σχεδόν τα ίδια δικαιώματα με εμάς, το
παίζουν αδικημένες και επαναστάτριες. Σιγά μωρέ!»

Και η τελευταία λέξη ήταν του Αλέξανδρου: «Είμαι αγόρι. Τα κορίτσια του σχολείου μου είχαν ένα τελείως φυσιολογικό ντύσιμο, καθόλου προκλητικό. Κάτι τέτοια κάνει η εκκλησία και μετά σιχαινόμαστε τη θρησκεία μας. Κρίμα.»

Τα σχόλια αυτά μου έκαναν μεγάλη εντύπωση, αναγνώστες. Κατ’ αρχήν μου έκανε εντύπωση που, παρότι ο τίτλος διευκρίνιζε ότι τα κορίτσια ήξεραν πως ο όρος για να μπουν στο μοναστήρι ήταν να φοράνε φούστα, κανένα δεν το έκανε από μόνο του.  Οι πέντε στις έξι που φόρεσαν φούστα για να μπουν, περίμεναν να χρησιμοποιήσουν τις φούστες που έχει το μοναστήρι γι’ αυτό το σκοπό. Μάλιστα η μια παραπονιόταν που η φούστα δεν ήταν τόσο καθαρή, όσο θα την ήθελε, ενώ θα ήταν τόσο απλό να έχει φορέσει από πριν, ή έστω να έχει φέρει μαζί της, μια δική της που θα ήταν του γούστου της. Μια άλλη έμοιαζε να έχει την προσδοκία ότι στο μοναστήρι θα συναντούσε, όχι αμαρτωλούς ανθρώπους που σκοτίζονται για ρούχα, αλλά τον Θεάνθρωπο Χριστό. Μια άλλη θεωρούσε ότι της ζητούσαν να φορέσει φούστα επειδή πίστευαν ότι το παντελόνι είχε κάτι αμαρτωλό, μια άλλη νόμιζε ότι το να φορέσει φούστα και όχι να μπει με παντελόνι, όπως οι συμμαθητές της, ήταν φαλλοκρατικό και προσβλητικό. Μάλιστα έλεγε ότι η Ορθοδοξία της ανήκε και δεν ήταν κάτι ξένο, κι όμως αγνοούσε – όπως κι ένα από  τα  αγόρια, που θεωρούσε την Ορθοδοξία «θρησκεία μας» – άρα και «θρησκεία του» – ότι στον Χριστιανισμό υπάρχει η πίστη ότι τα φύλα πρέπει να ξεχωρίζουν το ένα από το άλλο από την εξωτερική τους ενδυμασία. Αν είχα μπροστά μου τα παιδιά, πολύ θα ήθελα να τα ρωτήσω τι στο καλό ήξεραν για «τη θρησκεία τους», και ειδικότερα τα κορίτσια θα ήθελα να τα ρωτήσω αν θα απέφευγαν να πάνε σ’ ένα χορό όπου ο όρος ήταν να φοράνε τουαλέτα, με το ίδιο σκεπτικό, ότι το να τους ζητείται κάτι τέτοιο είναι «φαλλοκρατικό και προσβλητικό». Με παραξένευε γιατί μερικά έκαναν σαν ν’ αντιπαθούσαν τις φούστες, το ένδυμα που δηλώνει ότι ανήκουν στο γυναικείο φύλο… Ένιωθαν ότι το να φοράνε οποιαδήποτε φούστα τις υποβιβάζει, ή απλά αντιδρούσαν στο να φορέσουν φούστα για να μπουν στο μοναστήρι;

Διάφοροι φίλοι που είδαν αυτό το άρθρο, το σχολίασαν. «Όταν πηγαίνουν στο κλαμπάκι το βράδυ όμως, δέχονται να υπάρχει «dress code» και είναι «κότες» στους πορτιέρηδες που δεν τους βάζουν αν δεν είναι ντυμένοι με έναν τρόπο η δεν συνοδεύονται» είπε ένας. «Εκεί αναγνωρίζουν την αρμοδιότητα του φουσκωτού/πορτιέρη….στην Εκκλησία δεν αναγνωρίζουν.»

«Η απάντηση είναι απλή: το σπίτι του άλλου το σέβεσαι» είπε ένας άλλος. «Ας υποθέσουμε ότι ένας φίλος/φίλη των παιδιών κάνει δίαιτα και δεν τρώει σχεδόν τίποτα. Κάνουμε τσιμπούσι μπροστά του; Αν διαβάζει για πανελλήνιες κάνουμε πάρτι σπίτι του; Σεβόμαστε λοιπόν τις συνθήκες του άλλου αν τον επισκεπτόμαστε.»

«Η γυναίκα σήμερα υφίσταται ένα σωρό εξευτελισμούς σε όλους τους τομείς» παρατήρησε ένας τρίτος. «Σε κάθε διαφημιστικό σποτ για οποιοδήποτε είδος αναμειγνύουν και από μία εμφανίσιμη κοπέλα. Όπως είπε και ο Λεμεσού σε ακροατήριό του: «Πείτε μου ρε παιδιά τι σχέση έχει μια γυναίκα με τα μακαρόνια, λάστιχα, σφουγγάρια, παπούτσια. Κακώς οι γυναίκες δέχονται να τις εξευτελίζουν σήμερα κατ’ αυτόν τον τρόπο.» Για να μην πούμε για άλλα πιο άσχημα. Όλα αυτά μας φαίνονται φυσιολογικά. Η φούστα όμως στο μοναστήρι απομακρύνει δήθεν τους νέους από την εκκλησία!!
Κάπως έτσι φαίνεται ο εγωισμός που φωλιάζει μέσα μας. Δε μας νοιάζει ο κόπος που κάνει κάποιος μοναχός στον τόπο που επέλεξε να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του. Θέλουμε να προσαρμοστεί εκείνος στα δικά μας θέλω για εκείνη τη μισή ώρα. Χωρίς να περνάει καν από το μυαλό μας πόσες μισές ώρες θα θελήσουν άλλοι να επισκεφτούν το μοναστήρι για να προσαρμοστεί ο μοναχός στα θέλω τους.
Από τις απαντήσεις σε γενικές γραμμές των παιδιών φαίνεται εν τέλει ότι δε μας νοιάζει τίποτα. Μόνο η επιθυμία μας και αυτό που θέλουμε να γίνει, αγνοώντας το σεβασμό απέναντι στο πρόσωπο που τον επισκεπτόμαστε στο σπίτι του στην ουσία και αν θέλετε και μου επιτρέπετε, χωρίς καν να το ρωτήσουμε.
Από την άλλη μεριά δεν φταίνε όμως πάντα τα παιδιά! Τ ι να κάνουμε! Δε μεγαλώσαν όλα μόνα τους!»

Αλήθεια είναι, ότι δεν διαφωνώ με αυτά τα σχόλια. Όμως, επειδή αυτό το «μη ερεύνα» στον τίτλο με τσίγκλισε, σκέφτηκα να «σκαλίσω» το θέμα λίγο παραπάνω, και να σας γνωστοποιήσω τις σκέψεις μου.

1) Κατά τη γνώμη μου, το παντελόνι πολλές φορές είναι πολύ πιο σεμνό από ορισμένες φούστες. (Μάλιστα για λόγους σεμνότητας άρχισαν να το φορούν ευρέως γυναίκες, κάποιες εργάτριες Αμερικανίδες, για να μην έχουν οι συνάδελφοί τους τη δυνατότητα να «μπανίζουν» κάτω απ’ τα φουστάνια τους.) Ο πνευματικός μου έλεγε ότι δεν είναι κακό να το φορά μια γυναίκα, αρκεί το παντελόνι να συνοδεύεται από κάτι που κάνει το ντύσιμο γυναικείο, κάτι που δεν το φοράνε άντρες, π.χ. γυναικεία παπούτσια ή πουκάμισο ή πανωφόρι, ή κάποιο μαντήλι, κάτι τέλος πάντων που να δείχνει ότι είναι γυναίκα και ότι ΘΕΛΕΙ να ξεχωρίζει αυτό (όχι βέβαια με το να φοράει κάτι θηλυκό μεν, προκλητικό δε, για να μην παρεξηγηθούμε). Και βέβαια, όλοι σήμερα ξέρουμε ότι σε άλλους πολιτισμούς το παντελόνι αποτελεί μέρος της γυναικείας ενδυμασίας, όμως όταν συμβαίνει αυτό διαφέρει από το αντίστοιχο ανδρικό, και ότι και στη δική μας κουλτούρα κάποια είδη παντελονιών όπως π.χ. οι φαρδιές, και ενίοτε λουλουδάτες παντελόνες, φοριούνται μόνο από γυναίκες.

2) ΟΜΩΣ:

α) Το κοινό «γιούνισεξ» παντελόνι, κατ’ αρχήν αντιβαίνει τον κανόνα ότι δεν πρέπει τα δυο φύλα να ντύνονται έτσι που να δίνουν την εντύπωση ότι ο άντρας θα ήθελε να είναι γυναίκα, ή ότι η γυναίκα θα ήθελε να είναι άνδρας. Και μόνο η έννοια «γιούνισεξ», δηλαδή «το ίδιο και για τα δύο φύλα» προδίδει μια τάση να ανακατέψουμε τα φύλα, να μην ξεχωρίζει ο καθένας από τα ρούχα του σε ποιο ανήκει.

β) Από την άλλη, το κοινό «γιούνισεξ» παντελόνι δεν είναι καθόλου κατάλληλο για να κρύψει τη διαφορά μεταξύ αντρικού και γυναικείου σώματος και να αποτρέψει σκέψεις επιθυμίας για το δεύτερο, στην περίπτωση που έχουμε να κάνουμε με άντρες μοναχούς. Το παντελόνι όπως το ξέρουμε εδώ στη Δύση, όσο σεμνό και να είναι, δίνει μια ιδέα για το ακριβές περίγραμμα του γυναικείου σώματος, που διαφέρει από το αντρικό στη μέση και τη λεκάνη, και αποτυπώνει στο μυαλό την κίνησή του, πολύ περισσότερο απ’ ότι επιτρέπει μια φούστα. Δεν είναι τυχαίο ότι κάποιοι άντρες βρίσκουν π.χ. τα τζην παντελόνια πιο «σέξυ» ακόμα κι από κοντές φούστες (γνωρίζω προσωπικά περιπτώσεις). ΕΚΤΟΣ κι αν πρόκειται για κάποια πολύ φαρδιά παντελόνα ή αν η επίμαχη περιοχή μέσης – λεκάνης – γλουτών καλύπτεται με κάτι πιο μακρύ, μπλούζα, πουκάμισο, ζακέτα, που φοριέται από πάνω. Το είπαν και κάποια παιδιά, ότι κορίτσια που έδεναν τη ζακέτα τους σαν φουστάνι περνούσαν από το μοναστικό «face-control». Γιατί; Ήταν τόσο ανόητοι αυτοί που τους άφηναν, και δεν καταλάβαιναν το κόλπο; Προφανώς όχι.  Μάλλον ίσχυε ότι πραγματικά, αφενός η γυναίκα που το έκανε αυτό έδειχνε ότι ήθελε κάπως να καλύψει το ότι φορούσε παντελόνι, ότι δεν ήθελε να «κολάσει τους μοναχούς» μπαίνοντας μέσα στο σπίτι τους μ’ έναν τρόπο πο εκείνοι δεν ενέκριναν, κι αφετέρου με τον τρόπο αυτό δεν φαινόταν καλά αυτό ακριβώς το σημείο του σώματος που, μαζί με το στήθος, κάνει φανερά τις γυναίκες να ξεχωρίζουν. Και αν παρατηρήσουμε, θα δούμε ότι και η μπλούζα που δίνουν στα μοναστήρια είναι ένα φαρδύ πράγμα που δεν επιτρέπει ούτε στο στήθος να ξεχωρίσει, τραβώντας την προσοχή. Έτσι, αφού βασικά χαρακτηριστικά του φύλου που θα μπορούσαν να μας τραβήξουν την προσοχή, έχουν μπει σε δεύτερη μοίρα καθώς περιβάλλονται κυριολεκτικά από ασάφεια, μένει να κοιτάξουμε και να ρίξουμε το βάρος στο ΠΡΟΣΩΠΟ της γυναίκας. Αυτό, που είναι σε μεγαλύτερο βαθμό ο καθρέφτης της ψυχής της, αφού περιλαμβάνει τα μάτια της, και σε αυτό αποτυπώνεται η ψυχική της διάθεση με τις εκφράσεις που παίρνει. Αν θέλαμε να κρύψουμε τελείως το ον γυναίκα, αν τη θεωρούσαμε μια πηγή ντροπής όπως νομίζει η Δάφνη, αν πιστεύαμε ότι είναι κακό να τη βλέπουμε, τότε θα θεωρούσαμε ότι πρέπει να κρυφτεί και το πρόσωπό της, καθώς και σ’ αυτό φαίνεται η θηλυκότητα, και θα κοιτάζαμε να το κουκουλώσουμε κι αυτό με κάποιο κάλυμμα, όπως κάνει το Ισλάμ. Όμως δεν το κάνουμε, γιατί δεν είναι το κουκούλωμα της γυναίκας αυτό που μας ενδιαφέρει. Μας ενδιαφέρει να δούμε απαθώς τη γυναίκα, να μην αδικήσουμε την προσωπικότητά της εστιαζόμενοι σε χαρακτηριστικά του φύλου της. Και, στην περίπτωση των μοναχών, να μην αδικήσουμε και ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ αφήνοντας να πολιορκήσουν το νου μας λογισμοί, που με τόσο κόπο κρατάμε μακριά. Μην ξεχνάμε ότι αυτοί που γίνονται μοναχοί, έχουν αυτο-αποκλειστεί από τη δυνατότητα να έχουν με την ευλογία του Θεού μια γυναίκα σύντροφο, και να ζήσουν μαζί της την ερωτική ηδονή και τη χαρά της τεκνοποιΐας. Αυτοί έχουν θυσιάσει αυτές τις χαρές για άλλες, και προσπαθούν να μοιάσουν με τους άφυλους αγγέλους. Όμως, οι άγγελοι είναι αλλιώτικοι από μας, κι έχουν σώματα «πνευματικά», όπως λέμε, χωρίς βιολογικές ανάγκες. Δεν χωρίζονται σε δυο διαφορετικά φύλα, ούτε έχουν σώμα υπό το κράτος του θανάτου, το οποίο λόγω της θνητότητάς του μας σπρώχνει να διαιωνίσουμε την ύπαρξη του είδους μας μέσω του σεξ και της επακόλουθης αναπαραγωγής. Οι άγγελοι προφανώς δεν έχουν πρόβλημα και ολόγυμνους να μας δουν, όπως ακριβώς κι εμείς δεν έχουμε κανένα πρόβλημα να βλέπουμε γυμνά τα ζώα, αφού ΔΕΝ τα επιθυμούμε. Οι άγγελοι μας βλέπουν χωρίς πάθος, σαν πλάσματα του Θεού. Εμείς, δεν είμαστε καθόλου άγγελοι. Μάλιστα τη ματιά του ανθρώπου που δεν διοχετεύει τη σεξουαλική του ορμή στη σχέση με κάποιο σύντροφο, ούτε και κάνει κάποιες πνευματικές προσπάθειες να την θέσει υπό έλεγχο, μας την περιγράφει πολύ γλαφυρά μια επιστολή νεαρού που δημοσιεύεται στην ίδια εφημερίδα: «…μες στο Μετρό είδα την πιο καύλα γκόμενα που έχω δει στη ζωή μου! Μίνι φορεματάκι, μπότες, αφέλειες, αχ… Βγαίνω και μέσα στο σταθμό βλέπω τρεις-τέσσερις παρέες από καύλες κορίτσια! … Τι να πω; Λέτε να είναι ότι έπιασαν οι ζέστες και άρχισαν να βάζουν τα πωρωτικά ελαφριά τους ρούχα; ‘Η λέτε να φταίει απλώς η άνοιξη και να με έχει χτυπήσει η δική μου καύλα στο κεφάλι;» κ.τ.λ. κ.τ.λ.

Θα μου πείτε, ο μοναχός υποτίθεται ότι αγωνίζεται κάποιον πνευματικό αγώνα για να μην κάνει παρόμοιες σκέψεις. Συμφωνώ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι εμείς έχουμε δικαίωμα να σαμποτάρουμε τον αγώνα του αυτό, να τον βάλουμε σε πειρασμό, να του «βάλουμε δύσκολα». ΑΝ τον σεβόμαστε και δεν θέλουμε να αναστατώσουμε τη ζωή του, θα πρέπει να τον επισκεφτούμε ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ με τον τρόπο που βολεύει αυτόν, και όχι με τον τρόπο που βολεύει εμάς. Αν στο εμπόριο δήθεν «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο», στην κανονική ζωή – την οποία πιστεύω ότι όλοι τη θέλουμε απαλλαγμένη από «δήθεν» και ψευτοευγένειες και κολακείες σαν την προηγούμενη φράση, που έχει ως κίνητρο το συμφέρον – στις συναναστροφές μεταξύ ώριμων, υπεύθυνων ανθρώπων, ο φιλοξενούμενος ΔΕΝ έχει πάντα δίκιο. Και σίγουρα δεν έχει ΚΑΘΟΛΟΥ δίκιο όταν συνειδητά αρνείται να σεβαστεί τον τρόπο λειτουργίας του σπιτιού το οποίο επισκέπτεται, τον τρόπο ζωής του ανθρώπου που του προσφέρει φιλοξενία.

Θα μου πείτε: Καλά όλα αυτά όταν έχουμε να κάνουμε με άντρες μοναχούς, σαν αυτό στα Μετέωρα όπου πήγε το συγκεκριμένο τμήμα. Όταν όμως πάμε σε γυναικείο μοναστήρι γιατί οι γυναίκες να φορέσουν φούστα; Σε τι θα σκανδαλιστούν οι γυναίκες από τις ομόφυλές τους, που είναι ντυμένες διαφορετικά; Ή μήπως οι μοναχές είναι λεσβίες κι επιθυμούν τα σώματα του ίδιου φύλου με το δικό τους;

Αυτό το ερώτημα πρώτα-πρώτα δεν λαμβάνει υπόψη ότι και οι μοναχές, ως Χριστιανές, θεωρούν ότι τα φύλα πρέπει να ξεχωρίζουναπό την ενδυμασία τους. Δεύτερον, παρότι ο συλλογισμός αυτός μπορεί να φαίνεται σωστός, είναι στην πραγματικότητα αφάνταστα επιφανειακός. Όποιος σκέφτεται έτσι, αγνοεί την τάση του ανθρώπου να μοιάσει με τους ομοίους του, την τάση για μίμηση που αποτελεί κινητήρια δύναμη της διαφήμισης. Ένας άντρας θα αγοράσει το τάδε προϊόν, το οποίο διαφημίζει μια ωραία γυναίκα, επειδή τον ελκύει η γυναίκα. Μια γυναίκα θα το αγοράσει επειδή στο υποσυνείδητό της θέλει να μοιάσει στην ωραία αυτή γυναίκα. Γι’ αυτό άλλωστε στις διαφημίσεις που έχουν σκοπό να μας ωθήσουν στην αγορά προϊόντων βλέπουμε ωραίες γυναίκες: επειδή το ένα φύλο επιθυμεί να τις χαρεί, και το άλλο να τους μοιάσει. Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια λοιπόν, με τη χρήση ενός ανθρώπου του ενός φύλου, στοχεύουμε στον επηρεασμό και των δύο.

Μια γυναίκα που έγινε μοναχή, όσο κι αν η απόφασή της ήταν συνειδητή και η επιθυμία της για τη μοναχική ζωή έντονη, μπορεί από καιρό σε καιρό να έχει λογισμούς που της δημιουργούν πρόσκομμα: για παράδειγμα, πώς θα έμοιαζε αν φορούσε κι αυτή τα ρούχα που φορούν οι γυναίκες που ζουν στον κόσμο, και κατ’ επέκταση, ξεκινώντας από αυτόν το λογισμό που φαίνεται αθώος, πώς θα ήταν η ζωή της αν είχε πάρει μια άλλη απόφαση, πώς θα περνούσε αν είχε άντρα, πώς θα ένιωθε αν έκανε παιδιά, αν είχε εγγόνια κ.τ.λ.- ΑΝ δηλαδή είχε πράγματα τα οποία αποκλείεται να έχει στη μοναχική ζωή, ΕΚΤΟΣ κι αν παραβεί τους όρκους της και πετάξει τα ράσα. Αν δηλαδή, αποτύχει να ακολουθήσει με συνέπεια το δρόμο, που μόνη της επέλεξε. (Σε γενικές γραμμές το ίδιο ισχύει και για τον άντρα μοναχό.)

Φανταστείτε μια μοναχή που έχει σαν σκοπό με την προσευχή και την άσκηση να μοιάσει με τους αγγέλους, να κάνει σκέψεις όπως μια επιστολογράφος της εφημερίδας Schooligans: «Θέλω το μωβ φουστάνι μου, θέλω καινούριο μαγιό, θέλω να κάνω βουτιά στην παγωμένη θάλασσα και να ουρλιάζω κάτω απ’ το νερό, θέλω ηλιοθεραπεία, θέλω … μαυρισμένα πόδια, κόκκινα νύχια και ξανθά μαλλιά. … θέλω … να κάνουμε τις Αγγλίδες όταν παίρνουμε σουβλάκια. Θέλω νυχτερινό μπάνιο… θέλω καλοκαιρινούς έρωτες, θέλω clubbing … Θέλω μπιχλιμπίδια στα πόδια … θέλω coctails, θέλω Βρετανούς» κ.ο.κ. Η ανάπτυξη τέτοιου είδους επιθυμιών πραγματικά κάνει μια μοναχή να «χάσει τη μπάλα».

Πιστεύω ότι μια κοπέλα που πηγαίνει με πραγματικό σεβασμό να επισκεφτεί ένα γυναικείο μοναστήρι, δεν θέλει να βάλει τις μοναχές του σε κανενός είδους πειρασμό. Ίσως από μόνη της να μην συλλογιστεί όλα αυτά που αναπτύχθηκαν εδώ, σίγουρα όμως αν της τα εξηγήσει κάποιος θα τα σκεφτεί σοβαρά.
Κι εξάλλου, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι μοναχοί και οι μοναχές, ως άνθρωποι, δεν είναι βέβαια ο Θεάνθωπος Χριστός που βλέπει μέσα μας και ξέρει γιατί κάνουμε ό,τι κάνουμε, και μπορεί πάντα να μας συγχωρεί. Ένας μοναχός ή μια μοναχή  που θα δουν όλη αυτή τη γκρίνια μπροστά στη είσοδο του μοναστηριού, με τη μια κοπέλα να λέει ότι νιώθει πως τη θεωρούν κατώτερη, την άλλη να ρωτά τι το αμαρτωλό έχει το παντελόνι, τον άλλο να λέει ότι τους κάνουν να σιχαίνονται τη θρησκεία κτλ. μπορεί πολύ ανθρώπινα να εκνευριστεί – ειδικά αν έχει δει αυτό το φαινόμενο να επαναλαμβάνεται άπειρες φορές – και να σκεφτεί με αγανάκτηση «μα καλά, βαφτισμένοι άνθρωποι κι αγνοούν κάτι τόσο βασικό; Κι επιτέλους, αφού εμείς δεν τους φέρνουμε στο σπίτι μας με το ζόρι αλλά έρχονται από μόνοι τους, γιατί έρχονται όπως τους καπνίσει, χωρίς να μας σέβονται καθόλου;»

Θα πει τώρα κάποιος: Ωραία όλα αυτά. Αλλά αφού το παραδέχτηκες ότι κάποια παντελόνια είναι αποκλειστικά γυναικεία και δεν προκαλούν, αφού κι ο πνευματικός σου είπε ότι αρκεί για τη γυναίκα κάποιο άλλο ενδεικτικό του φύλου σε συνδυασμό με το παντελόνι, γιατί στο «μοναστικό face-control» δεν αφήνουν να περάσουν αυτές με τις παντελόνες, παρά τις βάζουν να φορέσουν φούστες από πάνω;»

Επειδή πολύ απλά στο μοναστήρι δεν εγκαταβιώνουν άνθρωποι, που ασχολούνται με τις τάσεις της μόδας. Το μοναστήρι είναι ακριβώς ένα καταφύγιο για να γλιτώνει ο άνθρωπος από εφήμερες σκέψεις κι ενασχολήσεις σαν αυτές. Η ζωή εκεί είναι απλή, η επαφή με τον έξω κόσμο – κατά κανόνα – δεν είναι μεγάλη, και οι κανόνες είναι συγκεκριμένοι: Το κάθε φύλο, για να μπει, θα φορά τα ρούχα που σύμφωνα με τις επιταγές της συγκεκριμένης κοινωνίας του ταιριάζουν, και αν πλέον στον «έξω κόσμο» ένα συγκεκριμένο είδος παντελονιού θεωρείται γυναικείο, στο μοναστήρι δεν οφείλουν να το γνωρίζουν αυτό. Ούτε τους ωφελεί να «ξεψειρίζουν» τα ρούχα του κάθε επισκέπτη: εντάξει το δικό σου παντελόνι είναι φαρδύ, πέρνα, εντάξει εσύ φοράς δαντελωτό πουκάμισο, πέρνα, εσύ δεν φοράς τίποτα γυναικείο, βάλε μια φούστα κ.ο.κ. Αυτό θα ήταν εντελώς ακατάλληλο σαν ενασχόληση για τους μοναχούς και τις μοναχές.

Επίσης, στους άντρες δεν ζητιέται να φορέσουν κάτι ιδιαίτερο, γιατί οι άντρες ΕΡΧΟΝΤΑΙ με τα ρούχα που έχουν συνδυαστεί με το φύλο τους. Αν αύριο εμφανίζονταν σε ένα μοναστήρι άντρες που φορούσαν φούστα, και ζητούσαν να μπουν, σίγουρα θα τους απαγορευόταν η είσοδος μέχρι να έρθουν με παντελόνι. Απλά πράγματα.

Οπότε μένει το κατά πόσο εμείς, ως πιστοί μιας θρησκείας που τα λόγια του ιδρυτή της «μας προκαλούν δέος», γνωρίζουμε πραγματικά το πώς και το γιατί σ’ αυτή τη θρησκεία «μας». Και κατά πόσο ως επισκέπτες σεβόμαστε τους κατοίκους του χώρου που επισκεπτόμαστε.

Αρέσει σε %d bloggers: