jump to navigation

«Φούστευε και μη ερεύνα» Δεκέμβριος 4, 2009

Posted by expaganus in Γυναίκες, Ορθοδοξία, Σύγχρονα προβλήματα, Τα δυο φύλα στον Χριστιανισμό, κλήρος.
Tags: , , , , , , , , , , , , , ,
22 Σχόλια

Αφιερωμένο στον φίλο Γιώργο

Ένας φίλος μου ζήτησε πρόσφατα τη γνώμη μου για ένα άρθρο με τον ευρηματικό τίτλο «Φούστευε και μη ερεύνα», το οποίο δημοσιεύθηκε στη μαθητική εφημερίδα «Schooligans» (τ. 14 – Μάιος 2009, μπορείτε να το δείτε εδώ). Θέμα του άρθρου τα «κορίτσια που πάνε εκδρομή με το σχολείο τους στα Μετέωρα» και «το ξέρουν» ότι «πριν μπουν στο μοναστήρι, πρέπει να φορέσουν φούστες, έστω και πάνω από το παντελόνι». Στο άρθρο, 7 κορίτσια και 3 αγόρια της Α’ Λυκείου έλεγαν τη γνώμη τους γι’ αυτό. Και όταν είδα τις γνώμες τους, πραγματικά μου έκαναν εντύπωση:

«Παρακαλώ κάποιος να μου εξηγήσει τι το αμαρτωλό έχει ένα τζιν παντελόνι.» έλεγε η Νεφέλη.

«Μπορεί σαν κίνηση να φαίνεται κάτι απλό και μικρό – μια φούστα φοράς για μισή ώρα – αλλά με κάτι τέτοια απλά και μικρά η εκκλησία υποβιβάζει τη γυναίκα και την κάνει να νιώθει κατώτερη. Τη βάζει να κρύψει το σώμα της σαν να έπρεπε να ντρέπεται για αυτό. Και αυτό περνάει υποσυνείδητα και στον κόσμο.» έλεγε η Δάφνη.

«Είχε πολύ πλάκα!» έλεγε η Αναστασία, που πρέπει να ήταν μεγάλο πειραχτήρι, αφού στη συνέχεια ομολόγησε: «Όποτε περνούσε ένας μοναχός, βγάζαμε λίγο το πόδι μας έξω από το σκίσιμο της φούστας για να δει το παντελόνι και να κολαστεί.»

«Εμένα μ’ ενόχλησε η υποκρισία» είπε η Μαρίσα. «Μπήκε μια γυναίκα με τη ζακέτα δεμένη στη μέση πάνω απ’ το παντελόνι και την άφησαν να περάσει, θεωρώντας τη ζακέτα φούστα! Φυσικά έκανα κι εγώ το ίδιο με το μπουφάν μου. Δεν είναι μαλακία όμως αυτό; Ή φοράς φούστα ή δε φοράς!»

«Κοιτάξτε, εγώ είμαι αγόρι οπότε δε φοράω φούστες – στα μοναστήρια τουλάχιστον (χαχαχα)» έλεγε ο Γιώργος. «Πιστεύω όμως ότι όταν βρίσκεσαι σε έναν χώρο ιερό, πρέπει να τηρείς τους κανόνες του. Αλλιώς μην πας! Όταν πηγαίνεις στο τζαμί, γιατί βγάζεις τα παπούτσια σου; Άντε πες στους Μουσουλμάνους «δεν τα βγάζω» και θα δεις τι έχει να γίνει! Και στο κάτω-κάτω γιατί κυρά μου νιώθεις κατώτερη όταν φοράς φούστα; Αμάν πια αυτά τα φεμινιστικά!»

«Εγώ αρνήθηκα να φορέσω φούστα», έλεγε η Σεμέλη. «Το θεωρώ φαλλοκρατικό και προσβλητικό. Και μην ακούσω πάλι αυτή την μαλακία
με τα τζαμιά και τα παπούτσια! Εκεί όλοι βγάζουν τα παπούτσια, και άντρες και γυναίκες! Και εγώ θα τα έβγαζα. Θα το έκανα από σεβασμό σε κάτι ξένο, όπως είναι ο μουσουλμανισμός. Η Ορθοδοξία, όμως, δεν είναι κάτι ξένο, ανήκει και σε μένα. Μου προκαλούν δέος τα λόγια του Χριστού. Και δεν νομίζω ότι θα καθόταν ο Χριστός να ασχοληθεί με τις φούστες. Θα σου έλεγε απλώς «Έλα όπως είσαι».»

«Εγώ δεν είμαι ούτε φανατική χριστιανή, ούτε φανατική φεμινίστρια. Είδα την όλη φάση ως τουρίστρια» έλεγε η Έλενα, που μάλλον είναι πρακτικό πνεύμα. «Έβαλα τη φουστίτσα μου, μπήκα, βγήκα και έβγαλα και ωραίες φωτογραφίες.»

«Εγώ φόρεσα τη φούστα χωρίς να το πολυσκεφτώ» έλεγε η Μελίνα. «Κάτι όμως μου βρωμούσε. Ήταν η ίδια η φούστα! Έλεος! Δεν μπορούν να
τις πλένουν συχνότερα;»

«Οι γυναίκες είναι αχάριστες!» έλεγε ο Νίκος. «Ξεχνάνε ότι πριν 50-60 χρόνια δεν είχαν καθόλου δικαιώματα, τώρα θέλουν να μπαίνουν και με φούστα στο μοναστήρι. Σε λίγο θα ζητάνε να μπουν και στο Άγιο Όρος! Αντί να κάνουν τον σταυρό τους που έχουν σχεδόν τα ίδια δικαιώματα με εμάς, το
παίζουν αδικημένες και επαναστάτριες. Σιγά μωρέ!»

Και η τελευταία λέξη ήταν του Αλέξανδρου: «Είμαι αγόρι. Τα κορίτσια του σχολείου μου είχαν ένα τελείως φυσιολογικό ντύσιμο, καθόλου προκλητικό. Κάτι τέτοια κάνει η εκκλησία και μετά σιχαινόμαστε τη θρησκεία μας. Κρίμα.»

Τα σχόλια αυτά μου έκαναν μεγάλη εντύπωση, αναγνώστες. Κατ’ αρχήν μου έκανε εντύπωση που, παρότι ο τίτλος διευκρίνιζε ότι τα κορίτσια ήξεραν πως ο όρος για να μπουν στο μοναστήρι ήταν να φοράνε φούστα, κανένα δεν το έκανε από μόνο του.  Οι πέντε στις έξι που φόρεσαν φούστα για να μπουν, περίμεναν να χρησιμοποιήσουν τις φούστες που έχει το μοναστήρι γι’ αυτό το σκοπό. Μάλιστα η μια παραπονιόταν που η φούστα δεν ήταν τόσο καθαρή, όσο θα την ήθελε, ενώ θα ήταν τόσο απλό να έχει φορέσει από πριν, ή έστω να έχει φέρει μαζί της, μια δική της που θα ήταν του γούστου της. Μια άλλη έμοιαζε να έχει την προσδοκία ότι στο μοναστήρι θα συναντούσε, όχι αμαρτωλούς ανθρώπους που σκοτίζονται για ρούχα, αλλά τον Θεάνθρωπο Χριστό. Μια άλλη θεωρούσε ότι της ζητούσαν να φορέσει φούστα επειδή πίστευαν ότι το παντελόνι είχε κάτι αμαρτωλό, μια άλλη νόμιζε ότι το να φορέσει φούστα και όχι να μπει με παντελόνι, όπως οι συμμαθητές της, ήταν φαλλοκρατικό και προσβλητικό. Μάλιστα έλεγε ότι η Ορθοδοξία της ανήκε και δεν ήταν κάτι ξένο, κι όμως αγνοούσε – όπως κι ένα από  τα  αγόρια, που θεωρούσε την Ορθοδοξία «θρησκεία μας» – άρα και «θρησκεία του» – ότι στον Χριστιανισμό υπάρχει η πίστη ότι τα φύλα πρέπει να ξεχωρίζουν το ένα από το άλλο από την εξωτερική τους ενδυμασία. Αν είχα μπροστά μου τα παιδιά, πολύ θα ήθελα να τα ρωτήσω τι στο καλό ήξεραν για «τη θρησκεία τους», και ειδικότερα τα κορίτσια θα ήθελα να τα ρωτήσω αν θα απέφευγαν να πάνε σ’ ένα χορό όπου ο όρος ήταν να φοράνε τουαλέτα, με το ίδιο σκεπτικό, ότι το να τους ζητείται κάτι τέτοιο είναι «φαλλοκρατικό και προσβλητικό». Με παραξένευε γιατί μερικά έκαναν σαν ν’ αντιπαθούσαν τις φούστες, το ένδυμα που δηλώνει ότι ανήκουν στο γυναικείο φύλο… Ένιωθαν ότι το να φοράνε οποιαδήποτε φούστα τις υποβιβάζει, ή απλά αντιδρούσαν στο να φορέσουν φούστα για να μπουν στο μοναστήρι;

Διάφοροι φίλοι που είδαν αυτό το άρθρο, το σχολίασαν. «Όταν πηγαίνουν στο κλαμπάκι το βράδυ όμως, δέχονται να υπάρχει «dress code» και είναι «κότες» στους πορτιέρηδες που δεν τους βάζουν αν δεν είναι ντυμένοι με έναν τρόπο η δεν συνοδεύονται» είπε ένας. «Εκεί αναγνωρίζουν την αρμοδιότητα του φουσκωτού/πορτιέρη….στην Εκκλησία δεν αναγνωρίζουν.»

«Η απάντηση είναι απλή: το σπίτι του άλλου το σέβεσαι» είπε ένας άλλος. «Ας υποθέσουμε ότι ένας φίλος/φίλη των παιδιών κάνει δίαιτα και δεν τρώει σχεδόν τίποτα. Κάνουμε τσιμπούσι μπροστά του; Αν διαβάζει για πανελλήνιες κάνουμε πάρτι σπίτι του; Σεβόμαστε λοιπόν τις συνθήκες του άλλου αν τον επισκεπτόμαστε.»

«Η γυναίκα σήμερα υφίσταται ένα σωρό εξευτελισμούς σε όλους τους τομείς» παρατήρησε ένας τρίτος. «Σε κάθε διαφημιστικό σποτ για οποιοδήποτε είδος αναμειγνύουν και από μία εμφανίσιμη κοπέλα. Όπως είπε και ο Λεμεσού σε ακροατήριό του: «Πείτε μου ρε παιδιά τι σχέση έχει μια γυναίκα με τα μακαρόνια, λάστιχα, σφουγγάρια, παπούτσια. Κακώς οι γυναίκες δέχονται να τις εξευτελίζουν σήμερα κατ’ αυτόν τον τρόπο.» Για να μην πούμε για άλλα πιο άσχημα. Όλα αυτά μας φαίνονται φυσιολογικά. Η φούστα όμως στο μοναστήρι απομακρύνει δήθεν τους νέους από την εκκλησία!!
Κάπως έτσι φαίνεται ο εγωισμός που φωλιάζει μέσα μας. Δε μας νοιάζει ο κόπος που κάνει κάποιος μοναχός στον τόπο που επέλεξε να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του. Θέλουμε να προσαρμοστεί εκείνος στα δικά μας θέλω για εκείνη τη μισή ώρα. Χωρίς να περνάει καν από το μυαλό μας πόσες μισές ώρες θα θελήσουν άλλοι να επισκεφτούν το μοναστήρι για να προσαρμοστεί ο μοναχός στα θέλω τους.
Από τις απαντήσεις σε γενικές γραμμές των παιδιών φαίνεται εν τέλει ότι δε μας νοιάζει τίποτα. Μόνο η επιθυμία μας και αυτό που θέλουμε να γίνει, αγνοώντας το σεβασμό απέναντι στο πρόσωπο που τον επισκεπτόμαστε στο σπίτι του στην ουσία και αν θέλετε και μου επιτρέπετε, χωρίς καν να το ρωτήσουμε.
Από την άλλη μεριά δεν φταίνε όμως πάντα τα παιδιά! Τ ι να κάνουμε! Δε μεγαλώσαν όλα μόνα τους!»

Αλήθεια είναι, ότι δεν διαφωνώ με αυτά τα σχόλια. Όμως, επειδή αυτό το «μη ερεύνα» στον τίτλο με τσίγκλισε, σκέφτηκα να «σκαλίσω» το θέμα λίγο παραπάνω, και να σας γνωστοποιήσω τις σκέψεις μου.

1) Κατά τη γνώμη μου, το παντελόνι πολλές φορές είναι πολύ πιο σεμνό από ορισμένες φούστες. (Μάλιστα για λόγους σεμνότητας άρχισαν να το φορούν ευρέως γυναίκες, κάποιες εργάτριες Αμερικανίδες, για να μην έχουν οι συνάδελφοί τους τη δυνατότητα να «μπανίζουν» κάτω απ’ τα φουστάνια τους.) Ο πνευματικός μου έλεγε ότι δεν είναι κακό να το φορά μια γυναίκα, αρκεί το παντελόνι να συνοδεύεται από κάτι που κάνει το ντύσιμο γυναικείο, κάτι που δεν το φοράνε άντρες, π.χ. γυναικεία παπούτσια ή πουκάμισο ή πανωφόρι, ή κάποιο μαντήλι, κάτι τέλος πάντων που να δείχνει ότι είναι γυναίκα και ότι ΘΕΛΕΙ να ξεχωρίζει αυτό (όχι βέβαια με το να φοράει κάτι θηλυκό μεν, προκλητικό δε, για να μην παρεξηγηθούμε). Και βέβαια, όλοι σήμερα ξέρουμε ότι σε άλλους πολιτισμούς το παντελόνι αποτελεί μέρος της γυναικείας ενδυμασίας, όμως όταν συμβαίνει αυτό διαφέρει από το αντίστοιχο ανδρικό, και ότι και στη δική μας κουλτούρα κάποια είδη παντελονιών όπως π.χ. οι φαρδιές, και ενίοτε λουλουδάτες παντελόνες, φοριούνται μόνο από γυναίκες.

2) ΟΜΩΣ:

α) Το κοινό «γιούνισεξ» παντελόνι, κατ’ αρχήν αντιβαίνει τον κανόνα ότι δεν πρέπει τα δυο φύλα να ντύνονται έτσι που να δίνουν την εντύπωση ότι ο άντρας θα ήθελε να είναι γυναίκα, ή ότι η γυναίκα θα ήθελε να είναι άνδρας. Και μόνο η έννοια «γιούνισεξ», δηλαδή «το ίδιο και για τα δύο φύλα» προδίδει μια τάση να ανακατέψουμε τα φύλα, να μην ξεχωρίζει ο καθένας από τα ρούχα του σε ποιο ανήκει.

β) Από την άλλη, το κοινό «γιούνισεξ» παντελόνι δεν είναι καθόλου κατάλληλο για να κρύψει τη διαφορά μεταξύ αντρικού και γυναικείου σώματος και να αποτρέψει σκέψεις επιθυμίας για το δεύτερο, στην περίπτωση που έχουμε να κάνουμε με άντρες μοναχούς. Το παντελόνι όπως το ξέρουμε εδώ στη Δύση, όσο σεμνό και να είναι, δίνει μια ιδέα για το ακριβές περίγραμμα του γυναικείου σώματος, που διαφέρει από το αντρικό στη μέση και τη λεκάνη, και αποτυπώνει στο μυαλό την κίνησή του, πολύ περισσότερο απ’ ότι επιτρέπει μια φούστα. Δεν είναι τυχαίο ότι κάποιοι άντρες βρίσκουν π.χ. τα τζην παντελόνια πιο «σέξυ» ακόμα κι από κοντές φούστες (γνωρίζω προσωπικά περιπτώσεις). ΕΚΤΟΣ κι αν πρόκειται για κάποια πολύ φαρδιά παντελόνα ή αν η επίμαχη περιοχή μέσης – λεκάνης – γλουτών καλύπτεται με κάτι πιο μακρύ, μπλούζα, πουκάμισο, ζακέτα, που φοριέται από πάνω. Το είπαν και κάποια παιδιά, ότι κορίτσια που έδεναν τη ζακέτα τους σαν φουστάνι περνούσαν από το μοναστικό «face-control». Γιατί; Ήταν τόσο ανόητοι αυτοί που τους άφηναν, και δεν καταλάβαιναν το κόλπο; Προφανώς όχι.  Μάλλον ίσχυε ότι πραγματικά, αφενός η γυναίκα που το έκανε αυτό έδειχνε ότι ήθελε κάπως να καλύψει το ότι φορούσε παντελόνι, ότι δεν ήθελε να «κολάσει τους μοναχούς» μπαίνοντας μέσα στο σπίτι τους μ’ έναν τρόπο πο εκείνοι δεν ενέκριναν, κι αφετέρου με τον τρόπο αυτό δεν φαινόταν καλά αυτό ακριβώς το σημείο του σώματος που, μαζί με το στήθος, κάνει φανερά τις γυναίκες να ξεχωρίζουν. Και αν παρατηρήσουμε, θα δούμε ότι και η μπλούζα που δίνουν στα μοναστήρια είναι ένα φαρδύ πράγμα που δεν επιτρέπει ούτε στο στήθος να ξεχωρίσει, τραβώντας την προσοχή. Έτσι, αφού βασικά χαρακτηριστικά του φύλου που θα μπορούσαν να μας τραβήξουν την προσοχή, έχουν μπει σε δεύτερη μοίρα καθώς περιβάλλονται κυριολεκτικά από ασάφεια, μένει να κοιτάξουμε και να ρίξουμε το βάρος στο ΠΡΟΣΩΠΟ της γυναίκας. Αυτό, που είναι σε μεγαλύτερο βαθμό ο καθρέφτης της ψυχής της, αφού περιλαμβάνει τα μάτια της, και σε αυτό αποτυπώνεται η ψυχική της διάθεση με τις εκφράσεις που παίρνει. Αν θέλαμε να κρύψουμε τελείως το ον γυναίκα, αν τη θεωρούσαμε μια πηγή ντροπής όπως νομίζει η Δάφνη, αν πιστεύαμε ότι είναι κακό να τη βλέπουμε, τότε θα θεωρούσαμε ότι πρέπει να κρυφτεί και το πρόσωπό της, καθώς και σ’ αυτό φαίνεται η θηλυκότητα, και θα κοιτάζαμε να το κουκουλώσουμε κι αυτό με κάποιο κάλυμμα, όπως κάνει το Ισλάμ. Όμως δεν το κάνουμε, γιατί δεν είναι το κουκούλωμα της γυναίκας αυτό που μας ενδιαφέρει. Μας ενδιαφέρει να δούμε απαθώς τη γυναίκα, να μην αδικήσουμε την προσωπικότητά της εστιαζόμενοι σε χαρακτηριστικά του φύλου της. Και, στην περίπτωση των μοναχών, να μην αδικήσουμε και ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ αφήνοντας να πολιορκήσουν το νου μας λογισμοί, που με τόσο κόπο κρατάμε μακριά. Μην ξεχνάμε ότι αυτοί που γίνονται μοναχοί, έχουν αυτο-αποκλειστεί από τη δυνατότητα να έχουν με την ευλογία του Θεού μια γυναίκα σύντροφο, και να ζήσουν μαζί της την ερωτική ηδονή και τη χαρά της τεκνοποιΐας. Αυτοί έχουν θυσιάσει αυτές τις χαρές για άλλες, και προσπαθούν να μοιάσουν με τους άφυλους αγγέλους. Όμως, οι άγγελοι είναι αλλιώτικοι από μας, κι έχουν σώματα «πνευματικά», όπως λέμε, χωρίς βιολογικές ανάγκες. Δεν χωρίζονται σε δυο διαφορετικά φύλα, ούτε έχουν σώμα υπό το κράτος του θανάτου, το οποίο λόγω της θνητότητάς του μας σπρώχνει να διαιωνίσουμε την ύπαρξη του είδους μας μέσω του σεξ και της επακόλουθης αναπαραγωγής. Οι άγγελοι προφανώς δεν έχουν πρόβλημα και ολόγυμνους να μας δουν, όπως ακριβώς κι εμείς δεν έχουμε κανένα πρόβλημα να βλέπουμε γυμνά τα ζώα, αφού ΔΕΝ τα επιθυμούμε. Οι άγγελοι μας βλέπουν χωρίς πάθος, σαν πλάσματα του Θεού. Εμείς, δεν είμαστε καθόλου άγγελοι. Μάλιστα τη ματιά του ανθρώπου που δεν διοχετεύει τη σεξουαλική του ορμή στη σχέση με κάποιο σύντροφο, ούτε και κάνει κάποιες πνευματικές προσπάθειες να την θέσει υπό έλεγχο, μας την περιγράφει πολύ γλαφυρά μια επιστολή νεαρού που δημοσιεύεται στην ίδια εφημερίδα: «…μες στο Μετρό είδα την πιο καύλα γκόμενα που έχω δει στη ζωή μου! Μίνι φορεματάκι, μπότες, αφέλειες, αχ… Βγαίνω και μέσα στο σταθμό βλέπω τρεις-τέσσερις παρέες από καύλες κορίτσια! … Τι να πω; Λέτε να είναι ότι έπιασαν οι ζέστες και άρχισαν να βάζουν τα πωρωτικά ελαφριά τους ρούχα; ‘Η λέτε να φταίει απλώς η άνοιξη και να με έχει χτυπήσει η δική μου καύλα στο κεφάλι;» κ.τ.λ. κ.τ.λ.

Θα μου πείτε, ο μοναχός υποτίθεται ότι αγωνίζεται κάποιον πνευματικό αγώνα για να μην κάνει παρόμοιες σκέψεις. Συμφωνώ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι εμείς έχουμε δικαίωμα να σαμποτάρουμε τον αγώνα του αυτό, να τον βάλουμε σε πειρασμό, να του «βάλουμε δύσκολα». ΑΝ τον σεβόμαστε και δεν θέλουμε να αναστατώσουμε τη ζωή του, θα πρέπει να τον επισκεφτούμε ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ με τον τρόπο που βολεύει αυτόν, και όχι με τον τρόπο που βολεύει εμάς. Αν στο εμπόριο δήθεν «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο», στην κανονική ζωή – την οποία πιστεύω ότι όλοι τη θέλουμε απαλλαγμένη από «δήθεν» και ψευτοευγένειες και κολακείες σαν την προηγούμενη φράση, που έχει ως κίνητρο το συμφέρον – στις συναναστροφές μεταξύ ώριμων, υπεύθυνων ανθρώπων, ο φιλοξενούμενος ΔΕΝ έχει πάντα δίκιο. Και σίγουρα δεν έχει ΚΑΘΟΛΟΥ δίκιο όταν συνειδητά αρνείται να σεβαστεί τον τρόπο λειτουργίας του σπιτιού το οποίο επισκέπτεται, τον τρόπο ζωής του ανθρώπου που του προσφέρει φιλοξενία.

Θα μου πείτε: Καλά όλα αυτά όταν έχουμε να κάνουμε με άντρες μοναχούς, σαν αυτό στα Μετέωρα όπου πήγε το συγκεκριμένο τμήμα. Όταν όμως πάμε σε γυναικείο μοναστήρι γιατί οι γυναίκες να φορέσουν φούστα; Σε τι θα σκανδαλιστούν οι γυναίκες από τις ομόφυλές τους, που είναι ντυμένες διαφορετικά; Ή μήπως οι μοναχές είναι λεσβίες κι επιθυμούν τα σώματα του ίδιου φύλου με το δικό τους;

Αυτό το ερώτημα πρώτα-πρώτα δεν λαμβάνει υπόψη ότι και οι μοναχές, ως Χριστιανές, θεωρούν ότι τα φύλα πρέπει να ξεχωρίζουναπό την ενδυμασία τους. Δεύτερον, παρότι ο συλλογισμός αυτός μπορεί να φαίνεται σωστός, είναι στην πραγματικότητα αφάνταστα επιφανειακός. Όποιος σκέφτεται έτσι, αγνοεί την τάση του ανθρώπου να μοιάσει με τους ομοίους του, την τάση για μίμηση που αποτελεί κινητήρια δύναμη της διαφήμισης. Ένας άντρας θα αγοράσει το τάδε προϊόν, το οποίο διαφημίζει μια ωραία γυναίκα, επειδή τον ελκύει η γυναίκα. Μια γυναίκα θα το αγοράσει επειδή στο υποσυνείδητό της θέλει να μοιάσει στην ωραία αυτή γυναίκα. Γι’ αυτό άλλωστε στις διαφημίσεις που έχουν σκοπό να μας ωθήσουν στην αγορά προϊόντων βλέπουμε ωραίες γυναίκες: επειδή το ένα φύλο επιθυμεί να τις χαρεί, και το άλλο να τους μοιάσει. Μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια λοιπόν, με τη χρήση ενός ανθρώπου του ενός φύλου, στοχεύουμε στον επηρεασμό και των δύο.

Μια γυναίκα που έγινε μοναχή, όσο κι αν η απόφασή της ήταν συνειδητή και η επιθυμία της για τη μοναχική ζωή έντονη, μπορεί από καιρό σε καιρό να έχει λογισμούς που της δημιουργούν πρόσκομμα: για παράδειγμα, πώς θα έμοιαζε αν φορούσε κι αυτή τα ρούχα που φορούν οι γυναίκες που ζουν στον κόσμο, και κατ’ επέκταση, ξεκινώντας από αυτόν το λογισμό που φαίνεται αθώος, πώς θα ήταν η ζωή της αν είχε πάρει μια άλλη απόφαση, πώς θα περνούσε αν είχε άντρα, πώς θα ένιωθε αν έκανε παιδιά, αν είχε εγγόνια κ.τ.λ.- ΑΝ δηλαδή είχε πράγματα τα οποία αποκλείεται να έχει στη μοναχική ζωή, ΕΚΤΟΣ κι αν παραβεί τους όρκους της και πετάξει τα ράσα. Αν δηλαδή, αποτύχει να ακολουθήσει με συνέπεια το δρόμο, που μόνη της επέλεξε. (Σε γενικές γραμμές το ίδιο ισχύει και για τον άντρα μοναχό.)

Φανταστείτε μια μοναχή που έχει σαν σκοπό με την προσευχή και την άσκηση να μοιάσει με τους αγγέλους, να κάνει σκέψεις όπως μια επιστολογράφος της εφημερίδας Schooligans: «Θέλω το μωβ φουστάνι μου, θέλω καινούριο μαγιό, θέλω να κάνω βουτιά στην παγωμένη θάλασσα και να ουρλιάζω κάτω απ’ το νερό, θέλω ηλιοθεραπεία, θέλω … μαυρισμένα πόδια, κόκκινα νύχια και ξανθά μαλλιά. … θέλω … να κάνουμε τις Αγγλίδες όταν παίρνουμε σουβλάκια. Θέλω νυχτερινό μπάνιο… θέλω καλοκαιρινούς έρωτες, θέλω clubbing … Θέλω μπιχλιμπίδια στα πόδια … θέλω coctails, θέλω Βρετανούς» κ.ο.κ. Η ανάπτυξη τέτοιου είδους επιθυμιών πραγματικά κάνει μια μοναχή να «χάσει τη μπάλα».

Πιστεύω ότι μια κοπέλα που πηγαίνει με πραγματικό σεβασμό να επισκεφτεί ένα γυναικείο μοναστήρι, δεν θέλει να βάλει τις μοναχές του σε κανενός είδους πειρασμό. Ίσως από μόνη της να μην συλλογιστεί όλα αυτά που αναπτύχθηκαν εδώ, σίγουρα όμως αν της τα εξηγήσει κάποιος θα τα σκεφτεί σοβαρά.
Κι εξάλλου, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι μοναχοί και οι μοναχές, ως άνθρωποι, δεν είναι βέβαια ο Θεάνθωπος Χριστός που βλέπει μέσα μας και ξέρει γιατί κάνουμε ό,τι κάνουμε, και μπορεί πάντα να μας συγχωρεί. Ένας μοναχός ή μια μοναχή  που θα δουν όλη αυτή τη γκρίνια μπροστά στη είσοδο του μοναστηριού, με τη μια κοπέλα να λέει ότι νιώθει πως τη θεωρούν κατώτερη, την άλλη να ρωτά τι το αμαρτωλό έχει το παντελόνι, τον άλλο να λέει ότι τους κάνουν να σιχαίνονται τη θρησκεία κτλ. μπορεί πολύ ανθρώπινα να εκνευριστεί – ειδικά αν έχει δει αυτό το φαινόμενο να επαναλαμβάνεται άπειρες φορές – και να σκεφτεί με αγανάκτηση «μα καλά, βαφτισμένοι άνθρωποι κι αγνοούν κάτι τόσο βασικό; Κι επιτέλους, αφού εμείς δεν τους φέρνουμε στο σπίτι μας με το ζόρι αλλά έρχονται από μόνοι τους, γιατί έρχονται όπως τους καπνίσει, χωρίς να μας σέβονται καθόλου;»

Θα πει τώρα κάποιος: Ωραία όλα αυτά. Αλλά αφού το παραδέχτηκες ότι κάποια παντελόνια είναι αποκλειστικά γυναικεία και δεν προκαλούν, αφού κι ο πνευματικός σου είπε ότι αρκεί για τη γυναίκα κάποιο άλλο ενδεικτικό του φύλου σε συνδυασμό με το παντελόνι, γιατί στο «μοναστικό face-control» δεν αφήνουν να περάσουν αυτές με τις παντελόνες, παρά τις βάζουν να φορέσουν φούστες από πάνω;»

Επειδή πολύ απλά στο μοναστήρι δεν εγκαταβιώνουν άνθρωποι, που ασχολούνται με τις τάσεις της μόδας. Το μοναστήρι είναι ακριβώς ένα καταφύγιο για να γλιτώνει ο άνθρωπος από εφήμερες σκέψεις κι ενασχολήσεις σαν αυτές. Η ζωή εκεί είναι απλή, η επαφή με τον έξω κόσμο – κατά κανόνα – δεν είναι μεγάλη, και οι κανόνες είναι συγκεκριμένοι: Το κάθε φύλο, για να μπει, θα φορά τα ρούχα που σύμφωνα με τις επιταγές της συγκεκριμένης κοινωνίας του ταιριάζουν, και αν πλέον στον «έξω κόσμο» ένα συγκεκριμένο είδος παντελονιού θεωρείται γυναικείο, στο μοναστήρι δεν οφείλουν να το γνωρίζουν αυτό. Ούτε τους ωφελεί να «ξεψειρίζουν» τα ρούχα του κάθε επισκέπτη: εντάξει το δικό σου παντελόνι είναι φαρδύ, πέρνα, εντάξει εσύ φοράς δαντελωτό πουκάμισο, πέρνα, εσύ δεν φοράς τίποτα γυναικείο, βάλε μια φούστα κ.ο.κ. Αυτό θα ήταν εντελώς ακατάλληλο σαν ενασχόληση για τους μοναχούς και τις μοναχές.

Επίσης, στους άντρες δεν ζητιέται να φορέσουν κάτι ιδιαίτερο, γιατί οι άντρες ΕΡΧΟΝΤΑΙ με τα ρούχα που έχουν συνδυαστεί με το φύλο τους. Αν αύριο εμφανίζονταν σε ένα μοναστήρι άντρες που φορούσαν φούστα, και ζητούσαν να μπουν, σίγουρα θα τους απαγορευόταν η είσοδος μέχρι να έρθουν με παντελόνι. Απλά πράγματα.

Οπότε μένει το κατά πόσο εμείς, ως πιστοί μιας θρησκείας που τα λόγια του ιδρυτή της «μας προκαλούν δέος», γνωρίζουμε πραγματικά το πώς και το γιατί σ’ αυτή τη θρησκεία «μας». Και κατά πόσο ως επισκέπτες σεβόμαστε τους κατοίκους του χώρου που επισκεπτόμαστε.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: